Ακούσαμε το Carrie & Lowell από τον Sufjan Stevens και γουστάραμε

sufjan

Kι αν η ζωή μας είναι ένα βιβλίο, με σελίδες στραπατσαρισμένες, κεφάλαια ημιτελή  και με απροσδιόριστη πολλές φορές πλοκή,  το τέλος του είναι αρκετά προβλέψιμο – όσο κι αν ακούγεται μακάβριο- και δεν είναι άλλο από το θάνατο . Το παρελθόν μας στοιχειώνει, προσδιορίζει κατά μια άποψη το παρόν- μας μορφοποιεί και διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο συνειδητά ή υποσυνείδητα επιλέγουμε να διαχειριστούμε τις εκάστοτε παροντικές καταστάσεις.  Σαν μια σκιά που πιστά μας ακολουθεί και τροφοδοτείται από τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες μας, έως ότου παραδοθούμε ολοκληρωτικά στο σκοτάδι της ίδιας μας της ύπαρξης, του άδοξου παρελθόντος που σκαία μας χειραγωγεί καθιστώντας μας άβουλα έρμαια καθοδηγούμενα από τον τρόμο της απογοήτευσης και του πόνου. Το σκοτάδι ωστόσο διεισδύεται πολλές φορές από μια λεπτή ακτίνα φωτός. Λένε άλλωστε ότι το φως βρίσκεται στο μάτι του τυφώνα , δηλαδή πάντα θα έχεις τη δυνατότητα, όσο κι αν πολλές φορές φαντάζει  δύσκολο, μέσα στη συναισθηματική θύελλα να επιλέξεις την συγχώρεση. Να πατάξεις οποιαδήποτε μορφή προσδοκιών και να αποδεχτείς τον άλλον γι’αυτό που είναι.  Ακριβώς αυτό το θέμα, με παραδείγματα προερχόμενα από προσωπικά του βιώματα , πραγματεύεται κι ο Stevens στον τελευταίο δίσκο του.

Ο ‘Carrie & Lowell’ είναι ένας δίσκος βιογραφικός κι αποτελεί την εξομολόγηση του Stevens αναφορικά με την σχέση που είχε αναπτύξει με τη μητέρα του, την Carrie, που απεβίωσε πριν λίγα χρόνια. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στο κομμάτι ‘Fourth Of July’, η μητέρα του τον εγκατέλειψε όταν αυτός ήταν ακόμη τεσσάρων ετών και συνέχισε να τον απαρνείται και να τον παραμελεί για το υπόλοιπο της ζωής του. Η ίδια έπασχε από διπολισμό, σχιζοφρένεια, ήταν αλκοολική και τοξικομανής, επομένως ως είναι λογικό η στρεβλωμένη από τις καταχρήσεις και ψυχασθένειες  αντίληψη της δεν της επέτρεπε να συνειδητοποιήσει τον πόνο που προκαλούσε στον γιο της, που ποτέ δεν σταμάτησε να διεκδικεί το μερίδιο της αγάπης που του άνηκε – χωρίς ωστόσο ποτέ να επιτύχει τον στόχο του. Τα κομμάτια του δίσκου αποτελούν τον εσωτερικό μονόλογο που λάμβανει χώρα στο μυαλό του Stevens, κατά τον οποίο εξελίσσεται μια συνεχής φανταστική συνομιλία μεταξύ του ιδίου και της μητέρας του. Της ανοίγεται, εκφράζει την απογοήτευση του, τον πόνο και την ανασφάλεια που η συμπεριφορά της του επέφερε.

Κατά διαστήματα δε δύναται ούτε ο ίδιος να ανταπεξέλθει στο βάρος των συναισθημάτων του.  Η ψιθυριστή φωνή του σπάει και στη συνέχεα ο εσωτερκός μονόλογος διακόπτεται από παύσεις, μια σιωπή που αποφορτίζεται μονάχα από τις μινιμαλιστικές μελωδίες που ακούγονται στο background. Μελωδίες ήρεμες και καθησυχαστκές που λειτουργούν ως καταλύτης στην εξομολογητική διαδικασία. Ο Carrie & Lowell είναι ένας δίσκος τόσο πραγματικός, απόλυτα απογυμνωμένος από πλαστά προσωπεία και καθωσπρεπισμούς. Η ειλικρίνεια του Stevens πολλές φορές καθίσταται δυσβάσταχτη – σα να παρακολουθείς την καταρρευση ενός ανθρώπου, που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής ,  χωρίς να μπορείς να επέμβεις και να βοηθήσεις.  Απλά στέκεσαι και παρακολουθείς. Και ελπίζεις… Φυσικά και η ελπίδα σου πιάνει τόπο. Ο Stevens μέσω της εξομολόγησης του ‘ξεδίνει’,κι εν συνεχεία επικοινωνεί – έστω και μετά θάνατον – όλα όσα ήθελε να επικοινωνήσει στη μητέρα του όσο αυτή βρισκόταν εν ζωή. Την συγχωρεί κι επιθυμεί την επανασύνδεση μαζί της, ωστόσο γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν είνα δυνατόν  να συμβεί όσο ο ίδιος είναι ακόμα ζωντανός (I forgive you mother , i can hear you and i want to be near you, but every road leads to an end). Όχι, δεν επιθυμεί τον θάνατο – ούτε θα τον επεδίωκε. Δεν αισθάνεται φόβο απέναντι στο τέλος, το έχει αποδεχτεί- είναι άλλωστε ο κοινός προορισμός όλων μας.

Αν μια φιγούρα αποτελεί σημείο αναφοράς σε ολόκληρη τη δισκογραφία του Stevens είναι αυτή του Θεού. Δεν τον αντιμετωπίζει τόσο ως ένα υπαρκτό πρόσωπο, όσο σαν μια έννοια που ενυπάρχει εντός όλων όσων κάνουν τη ζωή άξια να τη ζεις. Στο κομμάτι ‘ The Only Thing’,  ονοματίζει μερικά από τα θαύματα του κόσμου μας όπως το φεγγαρόφωτο, τους  αστερισμούς και τη θάλασσα, δε θα μπορούσαν παρά να είναι έργα Θεού. Η ύπαρξη αυτών των παραγόντων αναστέλλει την επιθυμία του για το θάνατο. Ο θάνατος θα ήταν η άρνηση απόλαυσης των μικρών δώρων του επίγειου παραδείσου, που καθησυχάζουν την ψυχή ακόμα και του πιο μοναχικού και δυστυχισμένου ανθρώπου με την επιβλητική  κι απόλυτη ομορφιά τους. Ο Θεός είναι άλλωστε αυτός που του δίνει δύναμη στις στιγμές απόγνωσης, προκειμένου ν’αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής, να συγχωρέσει και να συνεχίσει, χωρίς περιττά βάρη στη ψυχή του. Η ζωή είναι άλλωστε δώρο κι οφείλουμε να την απολαμβάνουμε.

O ‘Carrie & Lowell’ είναι ένας εύκολος δίσκος από μουσικής άποψης. Η μουσική είναι ‘χαμηλή’ κι ευχάριστη και η γλυκιά μελωδία της ενισχύεται από  την εισαγωγή κατά διαστήματα ηλεκτρονικών beats, που ποτέ δεν ακούγονται εκτός τόπου και χρόνου.  Την τιμητική τους έχουν κιθάρες και μπάντζο που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των μουσικών συνθέσεων, διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας για την υποστήριξη γλαφυρών και συνασθηματκά φορτσμένων  διηγήσεων του Sufjan Stevens. Οι παρελθοντικες περίπλοκες ηλεκτρονικές συνθέσεις έχουν αντικατασταθεί από λιτές και ειλικρινείς alternative-folk  που θυμίζουν αρκετά Eliott Smith. Στα κομμάτια που ξεχωρίζουν ανήκουν ‘τα  Fourth Of July’ , ‘John My Beloved’ και ‘ The Only Thing’.

O τελευταίος δίσκος του Stevens αποτελεί ένα σημαντικό επίτευγμα τόσο για τον ίδιο όσο και για τον κόσμο της μουσικής. Με τον τελευταίο δίσκο του κατόρθωσε να διαμορφώσει έναν ήχο ουσιώδη, χωρίς υπερβολές , ενώ παράλληλα υπήρξε παραγωγικός σε μια περίοδο ιδιαίτερα δύσκολη για τον ίδιο. Χρησιμοποίησε τη μουσική του ως μέσο ψυχοθεραπείας και επιβραβευτηκε με μια από τις πιο όμορφες και αληθινές μουσικές κυκλοφορίες του φετινού έτους. Σίγουρα, η θεματολογία του μπορεί να πέφτει κάπως βαριά στους περισσότερους. Ωστόσο, παρουσιάζεται με ένα γήινο ρομαντισμό που δεν αποτυγχάνει να σε γοητεύσει.

Μαρίλη Κουλολιά


Ακούει παθολογικά Tom Waits. Όταν δεν βασανίζεται από (εκτός τόπου και χρόνου) υπαρξιακά, υπεραναλύει τα πάντα μέχρι αηδίας (χωρίς συνήθως να καταλήγει κάπου). Είναι γκρούπι του Ντέιβιντ Λιντς.