Ονομάζονται Cyanna Mercury

1799058_1412511412335449_1727699477_o

Πάντα είχα μια love to hate/ hate to love σχέση με την πλειοψηφία των κειμένων που μπαίνουν σε μια διαδικασία χειρουργικής ανάλυσης των επιμέρους συστατικών του εκάστοτε μουσικού έργου. Ίσως γιατί προσπαθώ να μην στερώ τον ρομαντισμό από την σχέση μου με αυτό. Ίσως και να μην υπάρχει προφανής λόγος. Δεν έχει και πολύ σημασία. Σημασία έχει πως αποφεύγω τις περισσότερες φορές να αποτυπώσω τις σκέψεις μου για τη μουσική φοβούμενος πως θα καταλήξω να αντανακλώ κάτι που αποστρέφομαι. Υπάρχουν όμως και εκείνες οι στιγμές που το ρολόι δείχνει 4:56 το ξημέρωμα, τα βλέφαρά σου είναι βαριά, τα χέρια σου ακόμα βαρύτερα αλλά παρ’όλα αυτά έχεις την πηγαία ανάγκη να σηκώσεις τα κομμάτια σου και να κάτσεις πάνω από το ίδιο ξεχαρβαλωμένο πληκτρολόγιο που χρησιμοποιείς την τελευταία δεκαετία και που αρνείσαι κατηγορηματικότατα να αντικαταστήσεις. Δε γαμιέται; Πριν συνεχίσω όμως, βάλε το παρακάτω κομμάτι να παίζει. Όλα δρουν αποτελεσματικότερα με μουσική στο background.

 

 

Προ ολίγων ημερών εμφανίστηκαν επί ελληνικού εδάφους οι The Raveonettes και (κακώς;) δεν βρήκα κανέναν τρόπο να πείσω τον εαυτό μου να συρθεί μέχρι το Gagarin 205. Αφενός γιατί δεν μου αρέσουν τόσο σαν σχήμα, αφετέρου γιατί νομίζω πως τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να αναπτύσσω κάποια καλπάζουσα μορφή αγοραφοβίας. Το μόνο που με τράβαγε στην οδό Λιοσίων ήταν η περιέργεια να δω ζωντανά τους Cyanna Mercury που άνοιγαν την βραδιά.

 

Για όσους δεν τους γνωρίζουν ήδη, οι Cyanna Mercury είναι η συνέχεια των Cyanna έπειτα από αλλαγή κάποιων μελών και μουσικής κατεύθυνσης. Δεν είμαι σίγουρος αν είναι η συνέχεια που θα χαρακτήριζε κάποιος ως φυσική αλλά σίγουρα ακούγεται στα δικά αυτιά μου ως το ισχυρότερο spin-off μουσικού σχήματος που μπορεί να ανακαλέσει η μνήμη μου. Και εξηγούμαι: Η δουλειά των Cyanna, με εξαίρεση κάποια σημεία της τελευταίας τους περιόδου, δεν με είχε κερδίσει ποτέ. Από οποιαδήποτε άποψη. Δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να πω πως στερούταν ταλέντου, τεχνογνωσίας και αξιοπρέπειας. Αντιθέτως, ακόμα και στα πιο “mainstream” (εντός πολλών εισαγωγικών) ανοίγματά τους, πάντα έδιναν την εικόνα μιας μπάντας που έχει τον πλήρη έλεγχο της σχέσης με την τέχνη της. Την ίδια στιγμή όμως ποτέ δεν μπορούσα να λάβω το «κάτι παραπάνω» που θα με ανάγκαζε να ξεσκίσω στο repeat κάποιο κομμάτι τους. Αυτό το «κάτι παραπάνω» είναι ακόμα κάτι που θα προσθέσω στην «Μακρά Λίστα Των Πραγμάτων Που Δεν Γνωρίζω» αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα και η οποία δεν υπάρχει λόγος να γίνει τώρα. Γιατί; Γιατί οι Cyanna Mercury δίνουν σε υπερθετικό βαθμό ό,τι δεν πήραν τα αυτιά μου από τους Cyanna.

 

Σε μια περίεργη ακροβασία ανάμεσα στο rock, το folk και το southern gothic,οι Cyanna Mercury δείχνουν πιο σίγουροι από ποτέ για την δουλειά τους και έχουν όλους τους λόγους να το κάνουν. Το “Dirty Things” θα μπορούσε να είναι η ερωτική εξομολόγηση που έψαχνε ο N.W. Refn για το “Drive” και που τελικά βρήκε στις νότες του Kavisnky. Από την άλλη στο “Ode To The Absent Father” θα μπορούσαν να σταθούν ως ο διπολικός συγγενής των εξίσου διπολικών Black Rebel Motorcycle Club. Οι Cyanna Mercury έχουν βρει την ταυτότητά τους, όπως όλα δείχνουν, αφού ενσωματώνουν πολλά στην δική τους καλλιτεχνική πραγματικότητα αντί για το αντίστροφο. «Κάθε ζωή διαμορφώνεται από μια μοναδική στιγμή, τη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί, μια για πάντα, ποιος είναι» έλεγε ο Χ.Λ. Μπόρχες και ο ζωντανός οργανισμός της μπάντας βιώνει ακριβώς αυτή τη στιγμή.

 

Δεν χρειάζεται να ειπωθούν παραπάνω. Αν οι υποσχέσεις που δίνονται από τα μέχρι στιγμής δείγματα της δουλειάς τους τηρηθούν, τότε θα έχουμε πολύ καιρό να συζητάμε για αυτούς. Προς το παρόν, δες την εμφάνισή τους για το Mezzo Voce μιας και είναι σίγουρα πειστικότερη και συγκλονιστικότερη από τις προτάσεις που προσπαθώ να συντάξω μέσα στο ξημέρωμα ακούγοντας για εικοστή(;) φορά το “Dirty Things”. Τα υπόλοιπα εν καιρώ.

 

Extrait Cyanna Mercury – Mezzo Voce 7 – “Nothing we can do” from Mareterraniu Productions on Vimeo.

Βαγγέλης Ανανίδης


Διπολικός. Επειδή μοιράζεται την ημέρα των γενεθλίων του με τον Stevie Ray Vaughan, τον Denis Villeneuve και τον Zlatan Ibrahimovic, νομίζει πως είναι προορισμένος για κάτι σπουδαίο. Δεν είναι.