Το ατελείωτο δράμα της Lana Del Rey

lana

Κάποιος πρέπει να πει κατιτίς και για τον ελέφαντα στο δωμάτιο – όχι ότι δεν έχει πει ήδη ο μισός κόσμος αλλά το προσπερνάμε. Με το Born to Die τα πράγματα κύλησαν αναμενόμενα: το άκουσα καμιά δεκαριά φορές, μ’ άρεσε χλιαρά, μετά έβαλα κανα δυο φορές ακόμη τα χιτάκια, γιατί πραγματικά δεν νομίζω να ξεχωρίζει κάτι άλλο στο δίσκο και από τόοοοτε κείτεται στο library ανενεργό για μήνες. Ήταν όμως μια προσπάθεια που έχαιρε εκτίμησης, ή για να το θέσω αλλιώς, έχουμε ακούσει πολύ χειρότερα πράγματα.

 

Μέχρι να βγάλει η Lana/Lizzy το Ultraviolence – που θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του επόμενου δίσκου των Slayer, να τα λέμε αυτά – δημιούργησε μια παραφιλολογία με τις δηλώσεις της, το βιογραφικό της, τις ιατρικές της επισκέψεις, τα λεφτά του μπαμπά. Βέβαια όλα αυτά δεν προκάλεσαν σε κανέναν το σεισμό που ίσως περίμενε το media management της γιατί το ότι είναι μια υπερφίαλη γκόμενα δεν κρύβεται, ακόμη κι αν δεν έχεις δει ούτε ένα headline ή ούτε μία φωτογραφία της. Αλλά είμαστε ανοιχτόμυαλοι τύποι, δεν μας πειράζουν αυτά. Λέμε ένα “μχιε, you tried” και της δίνουμε κι άλλη ευκαιρία στον επόμενο δίσκο.

 

Και ο επόμενος δίσκος έρχεται και με ρωτάς γιατί τον ακούς. Γιατί θα ακούσω και τον καινούργιο δίσκο της Kesha οπότε κράτα την ερώτηση για τότε. Έβαλα λοιπόν το Ultraviolence με ευχάριστη διάθεση και τις προσδοκίες που έχει ένας πατέρας από την κόρη του στα μαθηματικά (βιωματικό χούμορ alert). Βλέπω και 6λεπτο κομμάτι και λέω -ώπα, θα ακούσουμε progressive. Αλλά φευ. Αν το Born to Die σου φάνηκε χλιαρό, στο Ultraviolence δεν θα βρεις κομμάτι που να μην είναι μπαλάντα. Όχι ότι έχουν κάτι κακό οι μπαλάντες αλλά εδώ δεν υπάρχει καμία ένταση, δεν υπάρχει καν ένα ξεκάθαρο ραδιοφωνικό χιτ. Να το θέσω λίγο αλλιώς: υπάρχουν οι μπαλάντες του Dummy και υπάρχουν και οι μπαλάντες του Ultraviolence. Κι αν η σύγκριση φάινεται -και είναι- άδικη, ακόμη και το 21 της Adele είχε 10 φορές περισσότερο τσαγανό. Φαντάσ’.

 

Το μενού περιλαμβάνει: ξεδιάντροπο κλέψιμο δικών της κομματιών, bourbon, ντεμέκ καταραμένο, αντισυμβατικό έρωτα, από αυτόν που σταματάς να ρομαντικοποιείς στα 18, μηδενιστική θλίψη (I’m a sad girl, I’m a bad girl, you haven’t seen my man, τα καλσόν μου σκίστηκαν από μόνα τους), μια ελαφρώς άχαρη αντίληψη λολίτας σε μια 28χρονη, τις λέξεις mistress, boyfriend, my man (βλ. Ανωτέρω), ώπα, μια κιθάρα κάπου στη μέση και πολύ πολύ baby. Και για να φτάσουμε και στο ζητούμενο της υπόθεσης, η καλή μεν  στουντιακά σμιλευμένη δε φωνή υφίσταται (ή καμουφλάρεται;) σε υψηλές συχνότητες, αν σκάψεις το echo και τα τριπλά φωνητικά. Θεματικά; Όλος ο δίσκος ένιγουει είναι απάντηση σε ό,τι δημοσίευμα έχει γραφτεί για αυτήν. Classy.

 

Δεν με πείθει η Lana. Δεν με έπεισε και ποτέ αλλά τις μέτριες προσδοκίες του born to die τις έπιασε. Το Ultraviolence δεν το κατάφερε – παρ’ όλο που θεωρητικά ανήκω στο δημογραφικό target group της. Τον περίεργο ακροατή δεν βλέπω να τον συγκινεί ο δεύτερος δίσκος της. Για την ακρίβεια, τους μόνους που βλέπω να συγκινεί, είναι τους die hard (!) φαν της που ούτως ή άλλως  δεν θα ακούσουν το δίσκο “αντικειμενικά”. Καλός ο μύθος αλλά θέλει κι άλλα. Φιλάκια, Lana.

Σοφία Πυργιώτη


Σκληράδα επιπέδου βουτυρομάχαιρου. Στην πραγματικότητα, είναι μέτρια σε όλα – Πειστήριο: Το μεγαλύτερό της επίτευγμα είναι ότι δεν ζει στην Ελλάδα. Θάνατος σε όλα τα είδωλα.