Το ευλογημένο 2% (ή όχι)

writer

Υπάρχουν δύο ειδών συγγραφείς. Για να είμαι ειλικρινής δεν έχω ιδέα πόσα είδη συγγραφέων πραγματικά υπάρχουν. Η εναρκτήρια πρόταση αυτού του άρθρου δεν είναι παρά μία αποκλειστικά δική μου υπόθεση πάνω στην οποία θα βασιστεί ολόκληρος ο μονόλογος που ακολουθεί.

Πάμε πάλι. Υπάρχουν δύο ειδών συγγραφείς. Το ένα είδος είναι ο «συγγραφέας-άγιος». Γεννήθηκε μ’ ένα σύμπαν λέξεων μέσα του, ένα bing-bang τις ελευθέρωσε, ολόκληρες στρατιές γραμμάτων του αλφάβητου με δις συνδυασμούς τις οποίες αν δε βγάλει από μέσα του μπορεί και να εξαϋλωθεί, να γίνει βορά στις λέξεις που τον κατατρώγουν.

Είναι αυτός ο συγγραφέας ο οποίος δεν ξέρει πώς να μην είναι συγγραφέας. Ένας αδυσώπητος, απόκοσμος μηχανισμός εντός του γεννά ιστορίες και δε ξέρει πώς να μη τις γράψει. Αυτοί οι συγγραφείς υποθέτουμε παντελώς αυθαίρετα ότι λόγω της ιδιοσυγκρασίας της φύσης τους δε μπορεί παρά να αποτελούν το 2% των συγγραφέων. Η λογική, η στατιστική και τα ορθά συμπεράσματα μας έχουν εγκαταλείψει κάπου εδώ.

Ακριβώς απέναντί του βρίσκεται ο «συγγραφέας-εργαζόμενος». Είναι αυτός ο συγγραφέας που δε σιγομουρμουρίζει καμία φωνή στο αυτί του ιστορίες. Δεν γεννήθηκε για να γίνει συγγραφέας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε μπορεί. Δεν διαφαίνεται κάποιο έμφυτο ταλέντο στο γράψιμο. Δε νιώθει ασφυκτική ανάγκη στο να πει τις ιστορίες που κρύβει στους νευρώνες του μυαλού του.

Είναι αυτός που αγαπά τα βιβλία, μια αγάπη που ξεκινά από τα σωθικά και τα κόκκαλα, μία αγάπη που φαίνεται στις ακτινογραφίες του σώματός του. Αγάπη συγκλονιστική για την λογοτεχνία που τον κάνει να θέλει να γίνει κι αυτός κοινωνός της. Λίγο να την παιδέψει κι αυτός στα χέρια του, να την χειριστεί κάπως, να μπει για λίγο κι αυτός στη μαγική της σφαίρα υπό την ταπεινή ταυτότητα του δημιουργού. Να δώσει κάτι πίσω σ’ αυτήν που του έδωσε τόσους κόσμους.

Οι ιστορίες του έρχονται με κόστος σωματικό και πνευματικό. Με πειθαρχία προσπαθεί να βάλει λίγη τάξη στο χάος των λέξεων μέσα του που δε γίνονται αβίαστα φράσεις, παράγραφοι, κεφάλαια, μυθιστορήματα. Κοπιάζει, εργάζεται για να ολοκληρώσει το έργο του, αν ποτέ τα ολοκληρώσει. Βάζει στόχους, ιδρώνει, ξεφυσάει, απογοητεύεται, τα παρατάει, ξαναγράφει μέχρι να τα καταφέρει. Μέχρι η ιστορία που θέλει να πει να του φανερωθεί. Και θα του φανερωθεί κάποια στιγμή γιατί δε μπορεί να γίνει αλλιώς. Βλέπετε, νομοτελειακά αυτός ο έρωτας θα μετουσιωθεί κάποτε και ο «συγγραφέας-εργαζόμενος» θα γίνει ένα με την τέχνη του.

Και τα δύο είδη συγγραφέων είναι, έτσι όπως το βλέπω εγώ, πανέμορφα, μεγαλοπρεπή και εξαίσια. Αγαπάμε τις ιστορίες που έχουμε διαβάσει όχι βάσει του είδους του συγγραφέα αλλά της ανύψωσης της ψυχής μας που επιτεύχθηκε για λίγο πάνω σε κόλλες χαρτί όμορφα βιβλιοδετημένες. Όποιος κι αν είναι ο δημιουργός, απ’ όποιον πλανήτη κι αν προήλθε.

Μα, θα ήθελα να αφιερώσω αυτές τις σειρές που μου αναλογούν εδώ, σ’ αυτούς τους λατρεμένους ανθρώπους, τους «εργαζόμενους», σ’ αυτούς που αδιάκοπα προσπαθούν να ενταχθούν στη συγγραφή, όχι ωθούμενοι από κάποια Θεία Πρόνοια, ή τη μάνα Φύση που τους προίκισε απλόχερα με το ταλέντο της εξιστόρησης, αλλά ωθούμενοι από την κρυστάλλινη, καθάρια αγάπη τους για αυτό το ρημάδι το χαρτί με τα έντονα μαύρα στοιχεία-στοιχειά επάνω τους τυπωμένα.

Καλή η Φύση, καλό το έμφυτο ταλέντο, αλλά να, νομίζω πώς έχουμε ανάγκη για περισσότερους «εργαζόμενους» ήρωες. Απενοχοποιήστε τις ταμπέλες του «συγγραφέα», του «καλλιτέχνη», του «μουσικού» και κοπιάστε για αυτό που νιώθετε ότι έχετε ανάγκη να δώσετε στην κοινωνία της Τέχνης.

Y.Γ. Αυτές οι σκέψεις είναι προϊόν συζήτησης για δεινοσαύρους, ελέφαντες και καπέλα σε Αρμένικο έδαφος.

Αλεξία Τζιώγα


"if the world would shut up, even for a while, perhaps we would start hearing the distant rhythm of an angry young tune, and recompose ourselves."