A Blaze of Feather: Το νέο side project του Ben Howard

18789434_845853198912252_1607942982_o

Ο Ben Howard είναι απ’ τους μουσικούς που δεν πολυγουστάρουν τα φώτα της δημοσιότητας και τις συνεντεύξεις. Ζήτα του να μιλήσει για κάτι, ακόμα και για την χαρακτηριστική “pick and go” τεχνική του, και δεν θα καταφέρεις πολλά. Δώσ’ του όμως μια κιθάρα και σε λιγότερο από ένα λεπτό θα ‘χει ήδη αρχίσει να τραγουδά.

 

Σημεία ζωής δε δίνει στα social media παρά σπάνια, για περιοδείες ή άλλες τυπικές ανακοινώσεις, που σημαίνει ότι ούτε τις μουσικές ιστοσελίδες απασχολεί ιδιαίτερα, ούτε ξέρεις αν ετοιμάζει κάτι, τι και πότε. Αυτό όμως δε σημαίνει κι ότι εμείς τον έχουμε ξεχάσει απ’ το ’14, απ’ όταν κυκλοφόρησε το τελευταίο του άλμπουμ. Απ’ το πουθενά λοιπόν, ενώ ακούω για πολλοστή φορά το I Forget Where We Were και φωνάζω στην οθόνη «για όνομα, βγάλε καινούριο δίσκο», κι ενώ χαζεύω στα σχόλια κάτω από βίντεό του, διαβάζω πως δουλεύει πάνω σ’ ένα νέο side project. Και πράγματι, πρόκειται για τους A Blaze of Feather, που πριν λίγες μόλις εβδομάδες κυκλοφόρησαν το πρώτο τους EP.

 

Ο τριαντάχρονος πλέον Βρετανός μουσικός έγινε γνωστός το 2011, με το ντεμπούτο του Every Kingdom, πριν και μετά από το οποίο κυκλοφόρησε και κάμποσα EPs, ενώ το 2013 απέσπασε και δύο Brit Awards. Λόγω του ακουστικού ήχου του πρώτου άλμπουμ, γράφτηκαν αρκετές κριτικές που ήταν μεν θετικές, αλλά απεδείχθησαν τουλάχιστον ατυχείς, καθότι ενέτασσαν τον Howard στον κύκλο της pop-folk και τον παρομοίαζαν με τον Ed Sheeran και τους One Direction. Έχει και το ανάλογο surfer boy look (κάνει όντως και surfing), οπότε το να προσελκύσει και πολλά έφηβα κορίτσια ήταν αναμενόμενο. Τα τραγούδια του όμως δεν είναι από κείνα που θα μπορούσε να γράψει ο καθένας με μια ακουστική κιθάρα, ακόμη κι αν ο ίδιος τα κάνει να φαίνονται απλά κι εύκολα, κι οπωσδήποτε δεν απευθύνονται (μόνο) σε έφηβα κορίτσια. Ο Howard δεν είναι απλά ένας ακόμη τύπος με μια κιθάρα, πράγμα που ‘ρθε και σφράγισε το 2014 ο δεύτερός του δίσκος, I Forget Where We Were.

 

 

Το I Forget Where We Were είναι η απάντηση στο «πού είχαμε μείνει;» Ο ίδιος ο Howard έχει εξηγήσει πως ήταν τέτοια η πίεση στην περιοδεία για το Every Kingdom, που, αφότου τελείωσε και είχε ξανά το χρόνο να δουλέψει σε νέα κομμάτια, σχεδόν δε θυμόταν πού βρισκόταν πριν αυτή ξεκινήσει. Ήταν αναπόφευκτα η κατάλληλη στιγμή για να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό. Ο ακουστικός ήχος υποχωρεί, το μπάσο και τα τύμπανα αποκτούν ενεργητικό ρόλο, και η κιθάρα συχνά γίνεται ηλεκτρική. Τη χειρίζεται σα να ‘ναι απόλυτα δική του, και σου δίνει την εντύπωση πως έχει εξαντλήσει κάθε δυνατότητα που αυτή μπορεί να του προσφέρει: τη βαστά στα γόνατα και φωνάζει στο ηχείο “What the hell, love”, την κάνει τύμπανο και ξανά κιθάρα, έτσι που θα ‘κανε περήφανους τους John Martyn και Neil Young. Θες να τον βλέπεις να παίζει κι όχι απλά να τον ακούς, κρέμεσαι απ’ τ’ ακροδάχτυλά του τόσο, που αναθεματίζεις τον σκηνοθέτη όταν στρέφει αλλού την κάμερα. Στο τέλος κάθε τραγουδιού, νιώθεις πως τα ‘χει δώσει όλα, και μένεις κι εσύ με μιαν αντίστοιχη, κενή αίσθηση, σα να σου τα ‘χουν πάρει όλα.

 

Παρακάτω, πίσω από τους A Blaze of Feather, το νεοσχηματισθέν side project του Howard, συσπειρώθηκαν πέντε μουσικοί που τον είχαν συνοδεύσει και στις περιοδείες του: οι Mickey Smith, India Bourne, Nat Wason, Richie Thomas και Kyle Keegan. Η κύρια ιδέα του άλμπουμ ανήκει στον Mickey Smith, με τον οποίο γνωρίζονται απ’ όταν σπούδαζαν μαζί Δημοσιογραφία (προτού ο Howard παρατήσει τη σχολή). Αν και το EP 1 δε θα ‘πρεπε να κριθεί ως ένα Ben Howard άλμπουμ, νομίζω πως ανήκει στην ίδια κατηγορία, δηλαδή στη μουσική που «μαθαίνεις» ν’ ακούς και που με κάθε άκουσμα σου αποκαλύπτει λίγο-λίγο και κάτι απ’ τη συνθετότητά της. Απ’ το EP 1 απουσιάζουν οι κλιμακώσεις και τα βίαια ξεσπάσματα του I Forget Where We Were, διατηρεί όμως την υποβλητικότητα και την ευαισθησία του. Στο κέντρο και των δύο βρίσκεται η φύση: Η θάλασσα, που εμφανίζεται συχνά στα τραγούδια του Howard (ξεχωρίζουμε τα Esmerelda και Oats in the Water), επανέρχεται στο πρώτο βίντεο των A Blaze of Feather για το Winter, που ‘χει κινηματογραφήσει ο ίδιος ο Smith. Η μουσική τους, μ’ έναν τρόπο, έχει την ίδια σκοτεινή αλλά αναζωογονητική δύναμη.

 

Το ξέρω πως το fingerpicking είναι το φόρτε του. Και πάλι, θα ‘θελα να ‘πιανε ηλεκτρική κιθάρα στα χέρια του συχνότερα. Και να επέστρεφε με κάτι δικό του. Βέβαια, όπως είχε πει και για έναν αρθρογράφο της Guardian, he couldn’t give a fuck what I say.

 

Λαμπρίνα Μπουτεράκου


Θα ‘θελε να ‘ναι η θηλυκιά Μπουκόφσκι, να μπεκροπίνει και να γράφει όλη μέρα. Αλλά δεν έχει τα κότσια. Αντ’ αυτού, κύλησε στη δημοσιογραφία.