A Mudtimer’s travelogue Pt.2: Ο Jack Daniels και η ζόρικη τέχνη του να διασχίσεις μια πολιτεία

jack1

Αφού η προηγούμενη μέρα ήταν ένα roller coaster (στην κυριολεξία), σχετικά ξεκούραστοι, με 6 ώρες ύπνο δηλαδή, σηκωνόμαστε κατά τις 8 και ετοιμαζόμαστε για άλλη μια γεμάτη μέρα. Το πλάνο έχει ως εξής: οδήγηση για 4 ώρες απ’ το Μέμφις μέχρι το Lynchburg, όπου και βρίσκεται το Jack Daniels distillery (διότι το να φτάσεις τόσο κοντά και να μην επισκεφτείς την πηγή του αγαπημένου σου ποτού, ισοδυναμεί με λιθοβολισμό), tour στα άγια χώματα του διασημότερου whiskey (ΔΕΝ είναι bourbon διάολε) και μετά άλλες 5 ώρες στο δρόμο με τελικό προορισμό το Asheville στην North Carolina (άλλη πολιτεία δηλαδή μιας και εμείς βρισκόμασταν στο Tennessee), όπου είχα ραντεβού την επόμενη μέρα με μια αγαπητή μου κυρία. Και εδώ έρχεται μια μικρή συμβουλή: όταν αποφασίζεις να διανύσεις τόσο μεγάλες αποστάσεις, να κάνεις στάσεις και το όλο σκηνικό στην θεωρία να δείχνει κουραστικό και δύσκολο, στην πραγματικότητα να ξέρεις πως τα πράγματα είναι πιο ζόρικα επί 10. Συν πως το θέμα με ώρες αναχώρησης και αφίξεων στον προορισμό σου, είναι δεδομένο πως θα ναυαγήσει.

Ξεκινάμε λοιπόν και πριν αφήσουμε ολοκληρωτικά πίσω μας το Μέμφις, σταματάμε για ανεφοδιασμό στα Gibson’s Donuts, δηλαδή τα πιο άρρωστα φρέσκα και φθηνά donuts που έχω σαβουριάσει ποτέ στη ζωή μου. Βγαίνουμε στον Ι-40, έναν τεράστιο αυτοκινητόδρομο ο οποίος θα μας πάει προς το Nashville και από εκεί θα συνεχίσουμε προς τα νότια όπου μας περιμένει ο φίλτατος Jack. CD και ντόπιοι ραδιοφωνικοί σταθμοί παίζουν ήδη στο αμάξι, πατάω το γκάζι και ενώ τραγουδάμε κάθε ρεφρέν που ξέρουμε, έχουμε αμοληθεί ενθουσιασμένοι σε μια ατελείωτη ευθεία ζώντας το όνειρο. Ενθουσιασμένοι είπα; Μετά από μια ώρα περίπου, ο δρόμος φαίνεται ατελείωτος, στροφές δεν υπάρχουν και εσύ συνεχίζεις (πάντα μέσα στο όριο ταχύτητας-σε ευχαριστώ GPS) γιατί δεν θες να περάσεις τη νύχτα στο κελί μαζί με ένα μάτσο rednecks. Μετά από 4 με 5 ώρες ΑΤΕΛΕΙΩΤΗΣ ΕΥΘΕΙΑΣ, φτάνουμε επιτέλους στο Lynchburg,Tennessee.

Το οποίο είναι ένα μικρό χωριουδάκι στην μέση του πουθενά, ο πληθυσμός είναι περίπου 6 χιλιάδες, το κέντρο της πόλης είναι βγαλμένο από άλλη εποχή καθώς πρόκειται για ένα μικρό οικοδομικό τετράγωνο στου οποίου το κέντρο βρίσκεται το δημαρχείο (αν κατάλαβα καλά), διάφορα μαγαζιά τα οποία στην πλειοψηφία σερβίρουν λαχταριστά καλοψημένα κρέατα που κολυμπούν στην αυθεντική Jack Daniels BBQ sauce (γιέα μαδαφάκα) plus το official merch να ξεχωρίζει διότι 1) θυμίζει γαμημένο σαλούν και 2) μπαινοβγαίνει συνέχεια κόσμος και κοσμάκης από μέσα (makes sense). Α ναι, ξέχασα το πιο σημαντικό: το Lynchburg ανήκει στην Moore county ή οποία είναι dry. Τι σημαίνει αυτό; Πως δεν υπάρχει μαγαζί να σερβίρει αλκοόλ αλλά αν θες μπορείς να το αγοράσεις από κάπου και να το καταναλώσεις σπίτι σου (ναι ξέρω, δεν βγαίνει κανένα απολύτως νόημα).

jack2 jack9 jack15

Εμείς λοιπόν σαν οργανωτικοί Έλληνες (χα….χα), κινηθήκαμε πρώτα προς το distillery και αφού παρκάραμε σε ένα τιγκαρισμένο ήδη πάρκινγκ, προχωράμε προς την είσοδο και μένουμε μαλάκες με το πόσο όμορφο είναι το σκηνικό. Ένα υπέροχο κεντρικό κτίριο (σε old school version), βαρέλια δεξιά και αριστερά, κουνιστές καρέκλες για να πετάς τους φελλούς και στον μέσα χώρο ένα μικρό μουσείο που σε τραβάει να το χαζέψεις. Στην ρεσεψιόν μαθαίνουμε πως υπάρχουν 2 tours: το δωρεάν που διαρκεί περίπου 1μιση ώρα και το tasting tour που κοστίζει 10$ και διαρκεί 2 ώρες και βάλε. Εδώ βρεθήκαμε σε δίλημμα διότι το πρώτο μας συνέφερε στο θέμα του προγράμματος μας αλλά το δεύτερο μας ταίριαζε στο θέμα του λαρυγγιού μας. Λέγοντας ατάκες τύπου “δεν γαμιέται, μια φορά τα ζούμε αυτά”, παίρνουμε την απόφαση να ακολουθήσουμε το δεύτερο tour (δηλαδή τον δρόμο του συκωτιού μας).

Επειδή είχαμε 1 ώρα και ένα τέταρτο μέχρι να ξεκινήσει, αμοληθήκαμε στο χωριό και συγκεκριμένα στο official merch store στο οποίο ακουμπήσαμε την περιουσία μας. Αφού μας έμεινε ένα μισάωρο, αγχωτικά φάγαμε σε ένα απ’τα πολλά μαγαζιά ,μπέργκερ μαζί με καυτερές σάλτσες και πατάτες για να τρέχουμε σαν τους δαιμονισμένους ένα τέταρτο μετά, ώστε να προλάβουμε την ξενάγηση.

jack14

Ιδρωμένοι φθάνουμε στην είσοδο και μετά από 5 λεπτά το tour ξεκινάει. Χωρίς να το καταλάβω , πέρασαν περίπου 2 ώρες περίπατου μέσα στην (τεράστια) έκταση του εργοστασίου, όπου μάθαμε τα εξής τρομερά και φοβερά:

  • όλοι οι υπάλληλοι, κάθε πρώτη του μήνα, μαζί με τον μισθό τους παίρνουν και ένα μπουκάλι Jack.
  • τα βαρέλια στα οποία ωριμάζει το ουίσκι, φτιάχνονται από την αρχή χωρίς σίδερα και είναι αυτά που δίνουν την χαρακτηριστική μυρωδιά και γεύση του Jack (μυρίσαμε άδειο βαρέλι και ισχύει).
  • ο μακαρίτης ο Jack πέθανε από γάγγραινα στο πόδι αφού μετά από αποτυχημένη απόπειρα να ανοίξει ένα χρηματοκιβώτιο, νευρίασε και κοπάνησε το πόδι του πάνω του.
  • το νερό που χρησιμοποιείται βγαίνει από μια συγκεκριμένη πηγή μέσα από βράχια και δεν έχει καθόλου σίδηρο.
  • τον χρόνο παράγονται περίπου 12 εκατομμύρια μπουκάλια
  • το εργοστάσιο δεν έχει πιάσει ποτέ φωτιά
  • εάν αγοράσεις βαρέλι, το όνομα σου μπαίνει σε hall of fame τοίχο και δίπλα ξεκινούν να μπαίνουν τα αστέρια που σου αναλογούν. Αστέρι=βαρέλι
  • ο πιθανότερος λόγος που το Jack έχει ονομαστεί no.7 και όχι no.1 π.χ., είναι επειδή φημολογείται πως ο κύριος είχε 7 δεσμούς την εποχή που ξεκίνησε να παράγει το ουίσκι.

jack16 jack13 jack12 jack11 jack10 jack8 jack7 jack6 jack5 jack4 jack3

Αφού το tour τελείωσε και είδαμε τα πάντα (από το αποστακτήριο μέχρι τον χώρο που δημιουργούν τα ξύλα του βαρελιού και τον ποιοτικό έλεγχο), βρεθήκαμε σε ένα bar όπου και δοκιμάσαμε όλα τα Jack κυκλοφορούν εκεί έξω (με εξαίρεση το honey) σε σφηνάκια. Αυτή ήταν και η καλύτερη στιγμή της ημέρας καθώς μετά μας άνοιξε η όρεξη και πήγαμε στο μαγαζί που υπήρχε μέσα στο κτίριο για να πάρουμε ένα μπουκάλι Tennessee Fire το οποίο κυκλοφορεί μόνο στην Αμερική προς το παρόν.

Όλα καλά, όλα ωραία, μπαίνουμε στο αμάξι, η ώρα έχει πάει 5μιση και ξαφνικά συνειδητοποιώ πως έχουμε ακόμα 5 ώρες οδήγησης όπου θα πρέπει να φτάσουμε μέχρι την Chattanooga (πόσο γαμάει αυτό το όνομα;), από κει μέχρι το Knoxville για να ξαναμπούμε στον I-40 και μετά 1μιση ώρα μέχρι το Asheville. Φρίκαρα.

Αφού το δεύτερο μέρος του ταξιδιού ξεκίνησε και στο ενδιάμεσο συναντήσαμε…(ανάσα) περιπολικά που είχαν μπλοκάρει τον δρόμο για κάνα τέταρτο για άγνωστο λόγο, rednecks στην μέση του πουθενά οι οποίοι σου δείχνουν πώς να βάζεις βενζίνη με τον old school way (δεν περιγράφεται), παντοπωλείο μεξικάνικης οικογένειας η οποία βλέπει μεταγλωτισμένα μεξικάνικα σίριαλ στην TV και με το ζόρι προσπαθείς να καταλάβεις εάν πουλάνε νερό, το πιο γαμάτο-τίγκα στην λαδίλα βρώμικο (Waffle House), νταλικέρηδες οι οποίοι τρέχουν σαν τον διάολο και κολλάνε από πίσω σου κορνάροντας μέσα σε τούνελ επειδή τόλμησες να πας πιο σιγά (χέσιμο τύπου “μαλάκα παίζω σε ταινία τρόμου βασισμένη σε βιβλίο του Stephen King”) και κούραση η οποία σε έχει κάνει να φαίνεσαι ζόμπι με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μιας και οδηγάς 12 περίπου ώρες, φτάνουμε στο Asheville περίπου στη 1μιση το βράδυ.

Το GPS είναι φορτωμένο με την διεύθυνση του Airbnb που έχουμε κλείσει το οποίο βρίσκεται στην περιοχή που λέγεται Royal Pines, ένα ερημικό μέρος στην πλαγιά του βουνού με μερικά ομολογουμένως όμορφα σπίτια. Έλα που το ρημάδι κάνει λάθος, μας βγάζει 2 στενά πιο κάτω, σε αδιέξοδο, με το αμάξι να έχει κολλήσει στη λάσπη, με μοναδικό τρόπο να γυρίσουμε προς τα πίσω να είναι η “παραβίαση” γκαράζ σπιτιού το οποίο έχει μπροστά πινακίδα που γράφει φαρδιά πλατιά “Violators will be shot, survivors will be shot too”. Απόλυτος τρόμος. Αφού την κάνουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται από εκεί, καταλήγουμε να προσπαθούμε να “ανοίξουμε” κατά λάθος το διπλανό σπίτι από αυτό που έπρεπε να πάμε, μέσα στο σκοτάδι με μοναδικό όπλο τον φακό από τα κινητά μας. Για καλή μας τύχη ο ιδιοκτήτης έλειπε στην Ιαπωνία (αλλιώς τώρα θα είμαστε σαπισμένα πτώματα με τρύπες από σκάγια καραμπίνας) και ένα ζευγάρι που έμενε ακριβώς απέναντι, μας έδειξε το κατάλυμα μας.

Τέλος καλό, όλα καλά, τα κορμάκια μας έσβησαν με το που ακουμπήσαμε το μαξιλάρι και η ξεκούραση ήταν απαραίτητη γιατί την επόμενη μέρα με περίμενε μια κυρία λίγο πιο κάτω για ένα από τα πιο σημαντικά ραντεβού της ζωής μου.

 

To be continued…

 

Στέλιος Τσουμπανίδης


Συλλέκτης εμπειριών, ρεαλιστής (άρα απαισιόδοξος), έχει κάνει το daydreaming επάγγελμα. Η συμπαντική αλήθεια κρύβεται στις ατάκες του Bill Hicks και στο bacon.