Album Review: Above Us The Waves – Rough On High Seas

aboveus

Προσωπικά, έχω ένα θεματάκι με τις Ελληνικές μπάντες. Ζήτημα από τους καλλιτέχνες όλων των ειδών που ακούω, οι 5 με 10 να είναι Έλληνες. Κάποτε πίστευα ότι έχει να κάνει με τα μουσικά είδη αυτά καθ’αυτά, γιατί δε μιλάμε για λαϊκό ή ποπ, αλλά κατέληξα, όπως πολλοί άλλοι, στο συμπέρασμα ότι στην Ελληνική ροκ και μεταλ σκηνή, σχεδόν για τους πάντες μπορούσες να τους καταλάβεις από μακριά ότι πρόκειται για εγχώριο σχήμα. Στην πλειοψηφία τους, δυστυχώς, δεν είναι αρκετά πρωτότυποι, τους μπερδεύεις μεταξύ τους και πολλοί απλά φαίνονται ότι προσπαθούν να αντιγράψουν μπάντες του εξωτερικού. Όλα αυτά, υπό το πέπλο της άσχημης παραγωγής στα τελικά αποτελέσματα, που μόνο live σώζονται.

Περνώντας στο μοντέρνο μέταλ ήχο, εκεί είναι που γίνεται ένα μεγάλο πατιρντί και δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμία μπάντα από την άλλη, νεοσύστατη ή μη. Κάπου εκεί στο χαμό του 2013-2014 που οι metalcore και hardcore μπάντες ξεπηδούσαν σαν σπυράκια στην εφηβία, άρχισαν να γίνονται γνωστοί και οι Above Us The Waves (που μετρούσαν ήδη κάποια χρονάκια στη μουσική σκηνή τότε) με το πρώτο κομμάτι που άκουσα από δαύτους να είναι το “This I Ever Get”, το οποίο με έκανε να τους ψάξω λίγο παραπάνω και να ακούσω τη μουσική τους. Θυμάμαι πως έφτασα να μου κολλήσουν 2 με 3 κομμάτια τους, τα οποία σιγοτραγούδησα όταν τους είδα πρώτη φορά live τον Ιούνη του ’15, που άνοιγαν τη συναυλία των Defeater στη Θεσσαλονίκη.

Πρόσφατα, λοιπόν, οι Above Us The Waves ανακοίνωσαν πως θα κυκλοφορήσουν τον δεύτερο δίσκο τους “Rough On High Seas” μέσω της Growl Records και είχα την τύχη να ακούσω σχετικά νωρίς το τελικό αποτέλεσμα και οι εντυπώσεις μου είναι αδιαμφισβήτητα θετικές.

received_10214052467439526

Εάν ότι είχα ακούσει από το “Anchors Aweigh” ήταν μία φορά καλοδουλεμένο, στο “Rough On High Seas” είναι πέντε. Στράβωσα λίγο τη μούρη μου με την αχνή εισαγωγή του “Drowning Not Waving” αλλά η συνέχεια με επανέφερε στα πρέποντα επίπεδα. Η εισαγωγή του δίσκου προβλεπόταν εκτενώς χορταστική, με πολλές εναλλαγές σωστά δομημένες, προκαλώντας την ασυναίσθητη κίνηση του σώματος στο ρυθμό της μουσικής. Κάπου στο “Afterlife” τα πράγματα σοβάρεψαν κι άλλο, καθώς η πεντάδα κάνει εμφανές το φάσμα του ταλέντου της, αφού εν ολίγοις αρρώστησα λιγάκι στο blast beat κάπου στη μέση του κομματιού, που μου θύμισε λίγο Architects στα πρόσφατά τους με μια δόση August Burns Red στις αρχές τους, πράγμα που δε θα μπορούσε να με κάνει πιο χαρούμενη.

Προχωρώντας, το “Light The Flare” αναδεικνύει υπέροχα τα καθαρά φωνητικά, που η μπάντα φροντίζει να τιμά σε κάθε κομμάτι της, με ένα εξίσου αξιοπρεπές breakdown στο τέλος του. Οι πιο κλασικοί ρυθμοί που ακολουθούνται στο “Seaside Junk”, προσθέτουν ακόμη περισσότερη ποικιλομορφία στο δίσκο, ενώ κάπου λίγο πριν το τέλος του, η κιθάρα αφήνει κάτι πολύ αξιομημόνευτο και το riff δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει μελωδίες μεγάλων συγκροτημάτων του είδους. Η έκπληξη έρχεται στο δεύτερο μισό του “Rough On High Seas”, το οποίο ξεκινάει το ομώνυμο κομμάτι με την εισαγωγή του να παραπέμπει σε melodic death metal ήχους, πράγμα που μεγαλώνει ακόμα το φάσμα που μπορούν να καλύψουν οι Above Us The Waves μουσικά και αυτό λειτουργεί υπέρ τους. Την αντίθεση έρχεται να φέρει το απότομο “Windcheater” που δρα ως συνδετικός κρίκος των προηγούμενων κυκλοφοριών του συγκροτήματος με την τωρινή, δείχνοντας πως η εξέλιξη στον ήχο τους είναι υπαρκτή και ίσως “οργανική”, αφού αυτή φαίνεται πως ήρθε φυσικά και ώριμα.

Κομμάτια σαν το προτελευταίο “Poor Man’s Monaco”, φαίνονται να γνέφουν γλυκά στο ατόφιο metalcore που μεσουρανούσε κάποια χρόνια πριν, προτού μπουν ηλεκτρονικά techno samples στη μίξη και όλοι αρχίζουν να ασχολούνται με τα ρούχα που φοράνε περισσότερο από τη μουσική που παίζουν, με πολύ έντονα μελωδικό ρεφρέν το οποίο είναι και εξαιρετικά κολλητικό. Η αυλαία θα πέσει με το “Homefront” που συνεχίζει στα ίδια επίπεδα με το “Poor Man’s Monaco” και δίνει το τέλος που θα περίμενε κανείς σε έναν δίσκο σαν και αυτόν.

Οι Above Us The Waves ομολογώ πως με εξέπληξαν, τη στιγμή που στο είδος είχα αρχίσει να τα παρατάω όσον αφορά την εγχώρια μουσική σκηνή. Από την άλλη, δεν περίμενα και κάτι λιγότερο, αν κρίνω από το ότι από τη στιγμή που μπήκαν στην σφαίρα της αντιληψής μου, μόνο καλά λόγια μπόρεσα ποτέ να πω και μόνο καλά λόγια εχω ακούσει για εκείνους. Οι Καβαλιώτες δείχνουν πως υπάρχει αισιόδοξο μέλλον στη μοντέρνα metal μουσική στην Ελλάδα, αφού ο δίσκος αποτελεί ιδανική τροφή και για τους πιο παλιούς αλλά και για τους ενδεχομένως καινούριους ακροατές του είδους, και αυτό είναι κάτι που το θέλουμε. Επομένως, όταν θα έρθει η 8η Ιουνίου, καλά θα κάνετε να τσεκάρετε κι από δω και δε θα βγείτε χαμένοι. Τέτοιες μουσικές οάσεις στον τόπο μας δεν αποτελούν συνηθισμένο φαινόμενο. Cheers.

Γεωργία Λαδοπούλου


Πεσσιμίστρια, βρίσκει το νόημα της ζωής σε διαφορετική μπάντα κάθε βδομάδα, προσπαθεί να μειώσει τις ώρες που ξοδεύει βλέποντας σειρές και οι απόψεις της διαφέρουν από τις δικές σου