Strict Standards: Declaration of prettymenu::start_el() should be compatible with Walker_Nav_Menu::start_el(&$output, $item, $depth = 0, $args = Array, $id = 0) in /var/www/vhosts/mudtimes.gr/httpdocs/wp-content/themes/mudtimes/functions.php on line 258
Ας παραδεχτούμε ότι δε γουστάρετε Τέχνη - Mud Times
Notice: Undefined index: mobile_avatar_display in /var/www/vhosts/mudtimes.gr/httpdocs/wp-content/plugins/sexy-author-bio/public/class-sexy-author-bio.php on line 815

Notice: Undefined index: in /var/www/vhosts/mudtimes.gr/httpdocs/wp-content/plugins/sexy-author-bio/public/class-sexy-author-bio.php on line 879

Notice: Undefined index: in /var/www/vhosts/mudtimes.gr/httpdocs/wp-content/plugins/sexy-author-bio/public/class-sexy-author-bio.php on line 880

Notice: Undefined index: in /var/www/vhosts/mudtimes.gr/httpdocs/wp-content/plugins/sexy-author-bio/public/class-sexy-author-bio.php on line 881

Notice: Undefined index: in /var/www/vhosts/mudtimes.gr/httpdocs/wp-content/plugins/sexy-author-bio/public/class-sexy-author-bio.php on line 882

Ας παραδεχτούμε ότι δε γουστάρετε Τέχνη

hate

Πόσες φορές έχουμε έρθει αντιμέτωποι με μια δικαιολογημένη γκρίνια- άλλοτε καλοδιατυπωμένη και άλλοτε μη- σε σχέση με την συνολικότερη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η καλλιτεχνική παραγωγή της χώρας τα τελευταία χρόνια. Και παρ’ ότι έχουν κατά καιρούς παρουσιαστεί πραγματικά ενδιαφέρουσες προτάσεις, σε ό, τι άφορα τα γιατροσόφια περί ουσιαστικών/ άμεσων λύσεων- τα οποία κυμαίνονται κάπου μεταξύ του τζάμπα μαγκιές, μέχρι και το είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε- έχουμε την εντύπωση ότι κυοφορείται σιγά- σιγά η ιδέα ότι η παραπάνω προβληματική έχει υπερκεράσει εντέχνως τον υλικό κόσμο, είτε λόγω αφέλειας (κατά το best case scenario), είτε λόγω τακτικισμού (καθ’ ότι ας μην χαλάμε και τις καρδιές μας στην τελική), είτε λόγω απλής χαζομάρας. Η- ακραίας ιδεολογικής προέλευσης- αντίληψη της υψηλής Τέχνης (σ.σ. η οποία αντίληψη εξαπλώνεται με ταχείς ρυθμούς και στα πεδία της δημοφιλoύς) ως η έκφραση μιας ‘πολυτέλειας’ και λιγότερο συχνά ως κάτι το ξενικό προς εμάς, έρχεται και δένει με την ουσιαστική αδυναμία τόσο του κοινού (οτιδήποτε και να σημαίνει αυτό) να παρευρεθεί σε εκδηλώσεις ελέω χαμηλών μισθών, όσο και με την έλλειψη των προσώπων που- θα όφειλαν να- λειτουργούν ως στηρίγματα στην πραγμάτωση των καλλιτεχνικών εγχειρημάτων. Σήμερα θα επικεντρωθούμε στην 2η κατηγορία. Αλλά πρώτα λίγο περιεχόμενο.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να μιλήσουμε πράγματι για Τέχνη θα πρέπει να κοιτάξουμε τι συμβαίνει εκεί ακριβώς όπου αυτή γεννάται. Μιλάμε φυσικά για την πολύπαθη underground σκηνή. Εκεί από όπου ξεφυτρώνουν οι οι νέοι συνθέτες, οι νέοι χορογράφοι και σκηνοθέτες, οι νέοι εικαστικοί καλλιτέχνες. Και γιατί να μην το κάνουμε άλλωστε;

Αντιφάσκοντας με την προαναφερθείσα αντίληψη περί Τέχνης, και φέρνοντας στο προσκήνιο τους υπερτόνους μιας πραγματικά προβληματικής κουβέντας που οφείλει να ανοίξει, έχει ενδιαφέρον να δούμε λίγο πιο προσεκτικά τα χαρακτηριστικά τα οποία προσάπτουμε συχνά στο υποκείμενο- φορέα αυτής. Καθ’ ότι έχοντας ακόμη βαθιά ριζωμένη στο υποσυνήδειτο μια εξιδανικευμένη, και δη, ιδεαλιστικά μεταρομαντική εικόνα περί ετεροπροσδιορισμού του καλλιτέχνη στο σήμερα, θέλουμε να πιστεύουμε ο δεύτερος τοποθετείται στο περιθώριο του κοινωνικού συνόλου τόσο από οικονομικής, όσο και σε ό,τι αφορά την πολιτική προέλευση, καταλαμβάνοντας όμως ταυτοχρόνως μια θέση πανοπτική. Θεωρούμε ότι οι ανησυχίες, ματαιώσεις και φιλοδοξίες της νέας γενιάς μπορούν να μεταφερθούν στο χαρτί ή στο σανίδι ενός μικρού θεάτρου ή venue από ριζοσπαστικούς, βλάσφημους και πάνω απ’ όλα άσημους καλλιτέχνες κάτω των 30 ‘αμόλυντους’ από τον κομφορμισμό που οι ίδιες οι κοινωνικές δομές επιβάλουν σε εμάς: Από τα κοινοτικά κονδύλια, τις υποτροφίες και αναθέσεις μεγάλων ιδρυμάτων, την ακαδημαϊκοποίηση και συνεπώς ταρίχευση των νέων αισθητικών κινημάτων. Καλλιτέχνες που τους κάνουμε λίγο- πολύ ‘δικούς’ μας, καθώς δεν απολαμβάνουν την έκθεση που τους αρμόζει από τα mainstream media, ίσως και επειδή θέλουμε να πιστεύουμε ότι δεν την αποζητούν από πρώτο χέρι.

Η άποψή μας για το τι πραγματικά πρεσβεύει η underground σκηνή δε θα μπορούσε να είναι μια εικόνα περισσότερο παραμορφωμένη. Δεν θα έπρεπε ωστόσο να ξαφνιαζόμαστε. Η αντίληψη ότι οι καλλιτέχνες δεν είναι άνθρωποι σαν και εμάς, μας βγάζει από την δύσκολη θέση να αναγνωρίσουμε ότι το έργο τους απευθύνεται κατά πρώτον και πολλές φορές εξ’ ολοκλήρου σε εμάς. Άλλωστε δεν θα έπρεπε θεωρείται σε καμία των περιπτώσεων ριζοσπαστική η αφήγηση περί της αμεσότητας των σχέσεων μεταξύ κοινωνικής προόδου και καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθ’ ότι οι διαδικασίες αυτές λειτουργούν διαλεκτικά ως έννοιες αλληλοτροφοδοτούμενες. Πολλές φορές με τις παρανοήσεις, τις αντιφάσεις αλλά και τις αδυναμίες δόμησης ενός ολοκληρωμένου εκφραστικού πλαισίου που παρατηρείται τόσο στην σύγχρονη Τέχνη αλλά και που παράλληλα αντιμετωπίζουμε όλοι μας στην καθημερινή ζωή και τις σχέσεις που επισυνάπτουμε.

Ωστόσο, και κοιτώντας και πέρα από τους καλλιτέχνες, από ποιους αποτελείται στην πραγματικότητα η underground σκηνή; Η άποψη μου είναι ότι μιλάμε για ανθρώπους οι οποίοι όχι απλώς δεν έχουν καμία σχέση με την Τέχνη, δεν θέλουν να έχουν σχέση με την τέχνη.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την μουσική βιομηχανία (που σίγουρα δεν είναι βιομηχανία και ορισμένες φορές δεν χαρακτηρίζεται καν ως μουσική): Από τις αρχές του 21ου αιώνα όπου ουσιαστικά κατέρρευσαν οι δισκογραφικές εταιρείες μέχρι σήμερα. Και ας το περιορίσουμε ακόμη περισσότερο σε αυτά που συμβαίνουν στην ντόπια σκηνή. Τι μας μένει; Venue managers οι οποίοι κατά κανόνα δεν ασφαλίζουν τους μουσικούς και όταν το κάνουν αφαιρούν τις εισφορές από την αμοιβή τους (στις περιπτώσεις όπου υπάρχει πράγματι αμοιβή), ραδιόφωνα που δεν διανέμουν τα πνευματικά δικαιώματα (επειδή ΑΕΠΙ), δισκογραφικές οι οποίες πλέον, δεν κυκλοφορούν δίσκους, δεν πληρώνουν για recording sessions ή post- production αλλά περιορίζονται σε web κυκλοφορίες ή στο να κάνουν book 2-3 ψευδο-φεστιβαλικές συναυλίες τον χρόνο με τα ‘hot’ ονόματά τους (σε περίπτωση που ο καλλιτέχνης είναι τυχερός να είναι εμφανίσιμος, αποδεχτεί να αλλάξει το επίθετο του προς κάτι το ξενικό και να παίζει νερόβραστο ποπ σαν τους Daughter), ατζέντηδες και promoters που συνήθως περιορίζονται σε facebook-ικά spams και ενδιαφέρονται κυρίως στο να φέρνουν ‘ξένα’ ονόματα παρά να δοκιμάσουν να επενδύσουν σε κάτι φρέσκο (επειδή εδώ είναι Βαλκάνια συνεπώς ο εξευγενισμός είναι το πρωτεύον).

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με την λίστα αενάως. Το ζήτημα μας είναι ότι η ακραία τραγική, αλλά σίγουρα όχι σοβαρή κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει δεν βρίσκει τις ρίζες της μονάχα στην οικονομική κρίση και στην κοινωνική οπισθοδρόμιση- διαμέσου της οποίας μεταφερόμαστε σε πρωτοκαπιταλιστικές καταστάσεις, όπου ο κομισσάριος (βλέπε στο σήμερα venue manager ή/ και ιδιοκτήτης δισκογραφικής) απολάμβανε περισσότερο imperium από τον ίδιο τον καλλιτέχνη- αλλά στο γεγονός ότι απορρίπτοντας εκ δεξιών τις αλληλένδετες έννοιες της ‘παραγωγής’ δίπλα στον όρο ‘καλλιτεχνική’ καταλήγουμε στην αναίρεση αυτού που σε τελική ανάλυση σημαίνει εργασία.

Το συγκεκριμένο μοτίβο, πέρα από το γεγονός ότι χαρακτηρίζεται ως επαναλαμβανόμενο αντικατοπτρίζει δύο ιδέες αντικρουόμενες: Το ότι η παρουσίαση ενός έργου δεν θεωρείται ακριβώς δουλειά από μεριάς δημιουργού (εν αντίθεση με των λοιπών εμπλεκομένων) και άρα δεν δικαιούται a priori τις βασικές συνθήκες εργασίας αλλά και ταυτοχρόνως ότι με τέτοιες πρακτικές είναι πιθανόν να διαιωνιστεί η βιωσιμότητα φυτοζωΐα τέτοιου είδους εταιριών παραγωγής σε βάρος της Τέχνης καθ’ότι η μετακύλιση του ρίσκου από μέρους της προς αυτό ενός τρίτου προσώπου διασφαλίζει την υπεραξία της ίδιας της επιχείρησης.

Αν και η παραπάνω αντίληψη επεκτείνεται- ενώ σε συντηρητικές κοινωνίες όπως η ελληνική μοιάζει να γιγαντώνεται- μεταφερόμενη δε, σε οποιονδήποτε τύπο επαγγέλματος ο οποίος δεν εμπλέκεται άμεσα στην παραγωγή/ υπηρεσίες/ διδασκαλία, ωστόσο υπάρχει μια κάπως θολή αφήγηση που μοιάζει ταυτόχρονα να αποκρυσταλλώνεται φέροντας συνεκδοχικά τον καλλιτέχνη στο τελευταίο επίπεδο της πυραμίδας, και πατώντας πάντοτε στην ανάγκη του για έκφραση από την μία, αλλά και στο πρόσφορο έδαφος νέων μοντέλων ‘εθελοντικής’ εργασίας- που ούτε εθελοντική είναι και σίγουρα όχι εργασία- πότε για το CV, εν προκειμένω για το promotion ή για ό,τι άλλο μπορεί να χωρέσει ο κοινός νους.

Και, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο την εξίσωση, μιας και ξεκινήσαμε μιλώντας για μουσική, δεν μπορούμε παρά να υπενθυμίσουμε ότι καλλιτεχνική αξία και κέρδος δεν βαδίζουν πάντοτε χέρι-χέρι, καθ’ ότι η μεγαλοπρέπεια (sublime) της ίδιας της Τέχνης στην πραγματικότητα δεν μπορεί να μετρηθεί ρασιοναλιστικά. O Berlioz επιβίωνε με 2 κρεμμύδια την ημέρα μιας και οι μεγαλοπρεπείς ενορχηστρωτικές του ιδέες δεν έβρισκαν αντίκρισμα στην Γαλλία. Ο Wagner χρεοκόπησε ένα γερμανικό κρατίδιο προκειμένου να μεταμορφώσει για πάντα την όπερα και την οπτικοακουστική εμπειρία συνολικά. Οι Sex Pistols έδωσαν συναυλία στο Manchester το 1976 σε κάτι λιγότερο από 40 άτομα. Ανάμεσα στο κοινό ήταν μέλη των μετέπειτα Buzzcocks, The Fall, Joy Division και The Smiths.

Καταλήγοντας, η Τέχνη θα συνεχίσει να υφίσταται, όπως άλλωστε γινόταν πάντοτε- ακόμη και υπό τον φόβο ότι τέτοιες συνθήκες θα καθιερωθούν και ενδεχομένως να γιγαντωθούν εάν δεν υπάρξει άμεσα μια πραγματικά ριζοσπαστική αντιπρόταση για δημιουργία νέων δομών και νέων διαύλων επικοινωνίας μεταξύ καλλιτεχνών και κοινού.

Από την άλλη δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε ποιά είναι η ατομική ευθύνη όσων ζούνε από την Τέχνη, ενώ ταυτοχρόνως διατυμπανίζουν ότι ζούνε για την Τέχνη, αρνούμενοι συνειδητά να προσφέρουν τα βασικά στους φορείς αυτής. Ίσως απλώς να αγαπάτε μόνο την Τέχνη και όχι τους καλλιτέχνες. Ή ίσως και τίποτα από τα 2.

Ας το παραδεχτείτε για αρχή.

Closerfield


Μουσικός, κοντός, αξύριστος. Τα τελευταία 9 χρόνια πίνει Stoli με δύο πάγους και φέτα λεμόνι. Όχι κάθε μέρα. Τι μας περάσατε;


Notice: Use of undefined constant php - assumed 'php' in /var/www/vhosts/mudtimes.gr/httpdocs/wp-content/themes/mudtimes/single.php on line 17