Black Books: “Njal’s Saga”, άγνωστου, εκδ. «Penguin Classics»

black books

Νέα στήλη, παλιό βιβλίο, πολύ παλιό για την ακρίβεια, από μια εποχή που ούτε η γραφή αλλά ούτε και η ανάγνωση ήταν όσο δημοφιλείς είναι σήμερα. Σχεδόν 800 χρόνια ζωής μετράει, λοιπόν, το Njal’s Saga” ίσως το σημαντικότερο της σειράς των σκανδιναβικών Saga. Το διαβάσαμε και ακολουθούν οι εντυπώσεις μας.

Το Njals Saga (πρωτ. Njála) γράφτηκε κατά τον ύστερο 13ο αιώνα, αλλά αναφέρεται σε γεγονότα, καταστάσεις και μύθους που χρονολογούνται μεταξύ 960 και 1020. Η ιστορία ξετυλίγεται στην μεσαιωνική Ισλανδία και περιστρέφεται κυρίως γύρω από την ζωή και τον θάνατο του Njal Borgeirsson και του φίλου του Gunnar Hamundarson, με φόντο μια σειρά από συνεχείς κλιμακούμενες εντάσεις εντός της ισλανδικής κοινοπολιτείας, οι οποίες οδήγησαν σε εμφύλια σύρραξη και, τελικά, στην ουσιαστική υποταγή της Ισλανδίας στο βασίλειο της Νορβηγίας.

Είναι πρακτικά αδύνατον για κάποιον να περιγράψει αναλυτικά την πλοκή του βιβλίου, ωστόσο μας είναι αρκετά πιο εύκολο να μιλήσουμε για το ύφος της γραφής: Ο ανώνυμος συγγραφέας δημιουργεί ένα πολεμικό δράμα το οποίο ισορροπεί άριστα μεταξύ προσωπικών ιστοριών και μεγαλύτερης κλίμακας ζυμώσεων που λαμβάνουν χώρα στο ευρύτερο πολιτικό σκηνικό της εποχής. Το έπος, δε, καταφέρνει να κρατά, σε επίπεδο μακροδομής, αμείωτο το ενδιαφέρον τόσο με τις συνεχείς αλλαγές τόσο ρυθμού σε ό, τι αφορά την ροή των γεγονότων, όσο και με τις εναλλαγές στιλ/ είδους.

Ακολουθούν spoilers, οπότε αν σας ενδιαφέρει βασικά η πλοκή πηδήξτε τις επόμενες 2 παραγράφους . Δηλαδή πάτε στην 4η παράγραφο από το τέλος . Σοβαρολογώ. Δεν γίνεται πιο ξεκάθαρο. Οκ, συνεχίζουμε.

Το “Njals Saga ξεκινά περιγράφοντας ένα γκρουπ ανθρώπων που δεν χαρακτηρίζονται ιδιαιτέρως καλοί ή κακοί, οι οποίοι παρασυρμένοι από τις υπερβολικές φιλοδοξίες τους, σε πρώτη φάση, αλλά και από τις παρασκηνιακές συρραφές ορισμένων σκιωδών φιγούρων,  με αφορμή μια χωρική αντιδικία, και με αφετηρία ορισμένες βαριές προσβολές τις οποίες εκτοξεύει η μια οικογένεια προς την άλλη, αρχίζουν να δολοφονούν ο ένας τους σκλάβους του άλλου. Η ιστορία κατά τα μέσα του έργου μεταλλάσσεται, μετά τον τραγικό θάνατο του Njal, σε ένα δικαστικό δράμα με τον Mord να αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ως ειδικός σε θέματα νόμου. Η πλειοψηφία των ικανών πολεμιστών που καταφέρνουν να γλιτώσουν την σφαγή που ακολούθησε την δίκη, κατατάσσονται ως μισθοφόροι στον στρατό του Sigtrygg Silkbeard και αποδεκατίζονται κατά την μάχη του Clontarf, στην οποία ισοπεδώνεται ο στρατός των βίκινγκ, τελειώνοντας με τραγικό τρόπο την σκανδιναβική παρέμβαση στον ιρλανδικό χώρο

Το Σάγκα ολοκληρώνεται με τον εγωισμό του νορβηγικού στέμματος πληγωμένο, αλλά με την Ισλανδία ολοκληρωτικά εκφυλισμένη σε πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό επίπεδο από έναν εμφύλιο που ουσιαστικά διήρκησε κάτι παραπάνω από 50 χρόνια πνίγοντας στο αίμα τους ικανότερους πολιτικούς, νομικούς και πολεμιστές της κοινότητας . Η καταιγίδα εκτονώνεται και στο τέλος o Kari, ο τελευταίος επιζών γιός του Njal συμφωνεί να κάνει ειρήνη με τον Flosi έναν εκ των δολοφόνων του πατέρα του, σε μια χώρα ερείπιο, που σε τίποτα δεν θυμίζει σε ζωντάνια και ακμή την ισλανδική κοινοκτημοσύνη των μέσων του 10ου αιώνα.

Ωστόσο, ενώ η ουσία του βιβλίου προδίδει μια ιδέα διαχρονική, κάτι το οποίο μας επιτρέπει να το διαβάζουμε σήμερα με την ίδια, αν όχι με μεγαλύτερη απόλαυση σε σχέση με τους αναγνώστες της τότε εποχής, το πραγματικό ενδιαφέρον κρύβεται στα πολιτιστικά στοιχεία που αντλούμε για τον ισλανδικό μεσαίωνα και την καθημερινή ζωή στην κοινότητα των βίκινγκς.

Για παράδειγμα, η θέση της γυναίκας εντός της κοινωνίας παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής, με την πρώτη αντιδικία να ξεσπά ουσιαστικά ανάμεσα στην Hallgerdur και την Bergthora, συζύγους των δύο φίλων, Gunnar και Njal. Οι δυο πλευρές τις περισσότερες φορές τείνουν να προτιμούν εξωδικαστικούς συμβιβασμούς πληρώνοντας επανορθώσεις για κόντρες που ξεσπάνε και αφορούν θέματα ιδιοκτησίας ή ακόμα και για δολοφονίες σκλάβων ή πολιτών. Επίσης, τα γενεαλογικά δέντρα αποκτούν μεγάλη βαρύτητα όταν τα πράγματα αρχίζουν να βγαίνουν εκτός ελέγχου: Δεν είναι τυχαίο που o λόγος του καιροσκόπου Mord είναι σεβαστός από όλους παρά την ιδιαιτέρως έντονη ροπή του προς εναλλαγή αφοσίωσης είτε προς την μια είτε προς την άλλη μεριά. Ο Mord μας συστήνεται ως ο γιος του ξακουστού πολεμιστή Sighvat the Red, σε αντίστιξη με τον Hoskuld μακρινού απογόνου του Ragnar Hairy Brooks.

Τέλος, δε μπορούμε να μην αναφερθούμε στο τρόπο γραφής, διακινδυνεύοντας ίσως μια ερμηνεία στις πολιτικές θέσεις που εκφράζονται από την σκανδιναβική νομενκλατούρα κατά τον 13ο αιώνα. Και αυτό, διότι σε αντιδιαστολή με αυτό που θα περιμέναμε οι περιγραφές των μαχών γίνεται με έναν ιδιαίτερα λιτό τρόπο, λες και ο/η συγγραφέας  τρέφει έναν αποτροπιασμό προς την βία αυτή καθ’ αυτή. Οι υπαινιγμοί για την σεξουαλικότητα των προσώπων, που αποτελούσαν την πιο χυδαία προσβολή που θα μπορούσε να εκτοξευτεί προς έναν τρίτο, πολλές φορές μοιάζει να μην επηρεάζει σε καμία φάση την ροή του κειμένου, ενώ αντιθέτως είναι χαρακτηριστικό το βάρος- αλλά και οι συνέπειες- που φέρουν τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Ο προσηλυτισμός της Ισλανδίας στον χριστιανισμό φαίνεται να μην βελτιώνει την κατάσταση, αντιθέτως- και από μια πλάγια ανάγνωση- ενδέχεται να παίζει αρνητικό ρόλο, από την στιγμή, δε, που κλονίζονται τα ήδη σαθρά και ελλιπή νομικά πλαίσια που προσφέρονταν για μια ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης. Η όλη διαδικασία περιγράφεται λακωνικά σε πέντε μόλις κεφάλαια. Τα οράματα, η μαγεία και η μαντική είναι χαρακτηριστικά ελάσσονος σημασίας και δεν επηρεάζουν ουσιαστικά την εξέλιξη της πλοκής, παρά δίνουν έναν περισσότερο ονειρικό τόνο στο συνολικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Όσο και να έχω ψάξει αδυνατώ να βρω μια μετάφραση του “Njal’s Saga” στα ελληνικά, εάν τα αγγλικά σας είναι σε ικανοποιητικό επίπεδο προτείνω ανεπιφύλακτα την μετάφραση που έχει κάνει από το πρωτότυπο ο ακαδημαϊκός L. Eiriksson.

ΥΓ: Και ένα τραγούδι για side dish.  Από τον Βορρά και αυτό.

 

Closerfield


Μουσικός, κοντός, αξύριστος. Τα τελευταία 9 χρόνια πίνει Stoli με δύο πάγους και φέτα λεμόνι. Όχι κάθε μέρα. Τι μας περάσατε;