Cult Times: From Dusk Till Dawn

fromdusk

Ο Σεθ και ο Ρίτσαρντ είναι δυο μαυροφορεμένα αδέρφια. Ο πρώτος αποτελεί έναν ψυχρό κακοποιό που υπεραγαπάει το αίμα του ενώ ο δεύτερος διακατέχεται από μια διεστραμμένη-ανώμαλη (στην ουσία βίαιη) έλξη προς το γυναικείο φύλο. Μόλις έχουν κάνει μια γερή μπάζα και ολόκληρη η αστυνομική δύναμη της πολιτείας του Τέξας βρίσκεται στο κατόπι τους. Τι κάνουν; Απαγάγουν έναν πρώην ιερέα ο οποίος κάνει road trip με την οικογένεια του (την Kate και τον Scott) με σκοπό να περάσουν τα σύνορα προς το Μεξικό για να βρίσκονται στην ώρα τους στο ραντεβού που έχουν δώσει με τον Carlos (ο οποίος θα τους φυγαδεύσει μια και καλή). Το μέρος της συνάντησης είναι το  Titty Twister το οποίο δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται….

 

Αυτή θα μπορούσε να ήταν η περίληψη της ταινίας εάν την διάβαζες σε κάποιο περιοδικό τύπου ΖΑΠΙΝΓΚ (τι θυμήθηκα τώρα…). Εγώ όμως σαν σεσημασμένος χουλιγκάνος δεν μπορώ να κάτσω αντικειμενικός και να εξηγήσω στωικά για ποιον λόγο το From Dusk Till Dawn είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών.

Συνήθως όταν κάποιος μιλάει για έργα που στιγμάτισαν τη ζωή του, αναφέρεται στα σοβαρά μηνύματα που αυτά κυοφορούν μέσα τους και φροντίζουν να μεταδώσουν στο κοινό τους. Προσκομίζει σαν πειστήρια διάφορες σκηνές ανθολογίας οι οποίες αποτελούν αλληγορία πάνω στην ανθρώπινη ματαιοδοξία, κρίσιμες σεκάνς με την κατάλληλη μουσική επένδυση  που προκαλούν δέος και σηκώνουν την τρίχα κάγκελο ή έστω στιγμές που το χαμόγελο σκάει νοσταλγικά στα χείλη σου ενώ ακούς μια ατάκα που κρύβει νοήματα ενώ ταυτίζεσαι με τον ήρωα ξεδιάντροπα. Και ξέρεις κάτι αγαπητέ αναγνώστη; Έχω αρκετά αριστουργήματα στο μυαλό μου (τα οποία κουβαλούν τις παραπάνω περιγραφές) που με έχουν επηρεάσει και θα τα θυμάμαι μέχρι να κλείσω τα μάτια μου μια και καλή.

Αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση έχω να βροντοφωνάξω  ΑΥΤΟ:

Όχι δεν είμαι τόσο ρηχός όσο φαντάζεστε αλλά το παραπάνω είναι ένα από τα ανεκτίμητα διαμάντια που περιέχει η ταινία. Και προφανώς η Salma Hayek στην παραπάνω σκηνή είναι το πιο κολασμένο θηλυκό που έχει περπατήσει σε αυτή τη Γη. Period.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή επειδή παρασυρθήκαμε όμως.

Ο Robert Rodriguez δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά και αυτό είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα. Μαζί με τον κολλητό του, Quentin-πόρωσε μας όπως μπορείς παλαβιάρη-Tarantino (ο οποίος έγραψε το σενάριο) δημιούργησαν μια ταινία γεννημένη να μπει στο πάνθεον του cultιλικιού. Βαμπίρ, bar στην μέση του πουθενά, σεξουαλικά teasers, splatter και διάλογοι που θα τους θυμάσαι ακόμα και μετά το έβδομο ποτήρι τεκίλα που θα πιεις, πατούν πάνω στην έννοια της σοβαροφάνειας. Οι τύποι δημιούργησαν το έργο που θα ήθελαν να δουν στο σινεμά όταν ήταν μικρά παιδιά (αν και δεν θα τους επιτρεπόταν η είσοδος). Ξεκινώντας σαν αστυνομική περιπέτεια και καταλήγοντας σαν ταινία τρόμου των 80’s, σε βάζει σε ένα κλίμα ώστε να θέλεις να βρίσκεσαι εκεί.

Στο κάτω κάτω αυτό είναι το ζητούμενο. να θελήσεις να είσαι μέρος μιας τέτοιας ιστορίας. Να περάσεις παράνομα τα σύνορα του Μεξικού, να βρεθείς στο πιο γαμάτο bar νότια της Τιχουάνα, να δεις από κοντά την Satanico Pandemonium και να παλέψεις για την ζωή σου. Είμαι σίγουρος ότι και οι ίδιοι ξέρουν για τα φθηνά εφέ που τρυπούν πολλές φορές τον αμφιβληστροειδή , τις Nicolas Cageικές ερμηνείες των Clooney και Keitel, το ξεχειλωμένο σενάριο αλλά αυτό που ξεχειλίζει στην πραγματικότητα είναι η αγάπη για αυτό που δημιούργησαν.

Απλά κάτσε πίσω και θυμήσου γιατί το έχεις δει και θα το ξαναδείς άπειρες φορές:

Το coolness του Clooney (ο οποίος βάζω στοίχημα ότι έχει μετανοιώσει που έπαιξε αλλά δεν μας καίγεται καρφί)

Τον larger than life Sex Machine

Ένας μικρός θεούλης αναρωτιέται

Το ξέρω ότι το είπαμε πιο πάνω αλλά κανένας δεν το χορταίνει

Το καλύτερο μαγαζί πρέπει να έχει  την καλύτερη μπάντα για να γράψει και το καλύτερο soundtrack. Check.

Πάω να το ξαναδώ αυτή τη στιγμή. Και μέχρι την επόμενη φορά, ας κρατήσουμε τα παρακάτω σοφά λόγια:

 

Στέλιος Τσουμπανίδης


Συλλέκτης εμπειριών, ρεαλιστής (άρα απαισιόδοξος), έχει κάνει το daydreaming επάγγελμα. Η συμπαντική αλήθεια κρύβεται στις ατάκες του Bill Hicks και στο bacon.