Cult Times: The Warriors

the_warriors

Το 401 π.Χ. 10,000 έλληνες μισθοφόροι πολεμιστές ακολούθησαν τον Κύρο στην εκστρατεία του από τη Μ. Ασία προς τη Σούσα, την πρωτεύουσα της περσικής αυτοκρατορίας, με σκοπό την ανατροπή του βασιλιά Αρταξέρξη, αδελφού του Κύρου. Στη μάχη στα Κούναξα, γράφτηκε ο επίλογος της απόπειρας αυτής, όταν και σκοτώθηκε ο Κύρος, αφήνοντας τους μισθοφόρους περικυκλωμένους από εχθρούς, καταμεσής μιας αχανούς χώρας και στενά περιθώρια διαφυγής. Ο Ξενοφών εκλέχτηκε ως ένας από τους αρχηγούς αυτού του σώματος στρατού και στα 7 βιβλία που έγραψε περιγράφει την απελπισμένη προσπάθεια των ελλήνων μισθοφόρων να φτάσουν στη Μαύρη Θάλασσα και εν συνεχεία πίσω στη Θράκη, σε μια ιστορία κακουχιών, προδοσίας, αυτοθυσίας και γενναιότητας.

Πολλοί άνθρωποι στο πέρασμα των αιώνων διάβασαν την “Κύρου Ανάβαση” και εμπνεύστηκαν από την κάθοδο των Μυρίων, όπως ονομάστηκε. Ένας από αυτούς, ο αμερικανός συγγραφέας Solomon Yurick, στη νουβέλα με τίτλο “The Warriors” που έγραψε το 1965, επιχείρησε ένα adaptation της ιστορίας του Ξενοφώντα τοποθετημένο στη Νέα Υόρκη και κεντρικούς ήρωες τα μέλη μερικών σκληροπυρηνικών συμμοριών.

Η χρονιά που μας ενδιαφέρει είναι το 1979, όταν ο Walter Hill παίρνει το ρίσκο να γυρίσει σε ταινία τη νουβέλα του Yurick και να γράψει ιστορία.

Ο Cyrus, αρχηγός της μεγαλύτερης και πιο badass συμμορίας της πόλης, οργανώνει μια συνάντηση χωρίς προηγούμενο. 9 αντιπρόσωποι από όλες τις σημαντικές ομάδες θα συγκεντρωθούν, άοπλοι, εν μέσω εκεχειρίας για να ακούσουν το μεσσιανικό όραμα του ηγέτη των Riffs για την ένωση όλων τους, με σκοπό να καταλάβουν την πόλη “…one borough at a time”. Στη διάρκεια της ομιλίας ο Cyrus δολοφονείται από έναν άλλο αρχηγό, ο οποίος ρίχνει το φταίξιμο στην αντιπροσωπεία των Warriors από το Coney Island και από εκείνη τη στιγμή, όλες οι συμμορίες της Νέας Υόρκης ξεχύνονται σε ένα ανθρωποκυνηγητό. Οι ήρωες μας έχουν να διασχίσουν όλη την πόλη, οι θανάσιμες παγίδες είναι παντού τριγύρω τους και σε μια τέτοια νύχτα τίποτα δε μένει κρυφό. Εσωτερικές εντάσεις, ερωτικά απωθημένα, συντροφικότητα, γενναιότητα και αυτοθυσία, τα πάντα βγαίνουν στο φως και μέχρι το ξημέρωμα νιώθει ο καθένας από μας μέλος αυτής της κάστας των απόκληρων.

Κι αν φαίνεται μέχρι τώρα καλό, είναι το σταχυολόγημα της σημειολογίας που ανάγει αυτό το μικρό φιλμ (η έκδοση με τα ultimate director’s cut είναι μιάμιση ώρα) σε κινηματογραφικό urban διαμάντι.

Λίγο πριν το τέλος των 70’s η Paramount ενδιαφερόταν σε ταινίες με απήχηση στη νεολαία και αυτός ήταν ο λόγος που έδειξαν ενδιαφέρον στο απλοϊκό σενάριο που τους έφερε ο Hill. Αμφιβάλλω ότι οι πραγματικές συμμορίες της εποχής ήταν τόσο πολύχρωμες και ομοιόμορφα ντυμένες, ότι οι συρράξεις ήταν τόσο αναίμακτες και έντιμες, ότι οι χαρακτήρες ήταν τόσο αφελείς και διασκεδαστικοί μέσα στην αγωνία τους. Αλλά το να παρουσιάσει ένα μεγάλο στούντιο μια ρεαλιστικά βίαια απεικόνιση της πραγματικότητας, δε νομίζω ότι ήταν δυνατόν.

Ο σκοπός είναι να παρουσιαστεί μια πτυχή της κοινωνίας αόρατη στους περισσότερους, που ανθεί όταν πέσει το σκοτάδι και έχει δικούς της κανόνες και κώδικες. Οι «σοβαροί ενήλικες» συμμορίτες έχουν αυστηρή και στρατιωτικού τύπου οργάνωση, ενώ οι «δικοί μας» είναι ένα μάτσο γενναία παιδαρέλια, που χρησιμοποιούν αργκό σε κάθε, μα κάθε τους έκφραση. Που αποκλείεται να μιλάει κανείς έτσι, αλλά είναι κάτι που μπορεί ο νοικοκυραίος θεατής να καταλάβει.

Πως είναι οι τσαμπουκάδες στις «Φυλακές Ανηλίκων», το «Εγώ δε θέλω μεροκάματο, θέλω χιλιάρα μηχανή και θάνατο», το «άντε σπάσε ρε μαλάκα», το «με θυμάσαι ρε πούστη»; Κάτι αληθινό, συναρπαστικό για τον άβγαλτο πιτσιρικά, κάτι γνώριμο αλλά και παραβατικά απόμακρο για τον ενήλικα οικογενειάρχη. Η μαγική διαφορά όμως είναι αλλού.

Όλα όσα περιγράφονται, όλα όσα εξυπακούονται, όλα όσα υπονοούνται, δεν παρουσιάζονται υπό το πρίσμα του κοινωνικά κατακριτέου. Δεν είναι μια ιστορία για «κάτι αλήτες». Το βλέπεις από μέσα, από τη δική τους οπτική, είναι απλά τα γεγονότα της καθημερινότητας αυτών των παιδιών. 30 χρόνια πριν το “Sons Of Anarchy”, παρουσιάζεται μια ιστορία κλειστής κοινωνίας σαν κάτι το φυσιολογικό για αυτούς, χωρίς το επικριτικό βλέμμα της καθωσπρέπει κοινωνικής νομενκλατούρας. Μια ιστορία που σε τελική ανάλυση κόστισε 4 εκ. δολάρια και έβγαλε στο box office 16.

Σύμφωνα με τα λόγια του δημιουργού Walter Hill:

«Τι ήταν αυτό που το έκανε επιτυχία στους νέους; Το ότι για πρώτη φορά κάποιος έκανε ένα Hollywood film ευρείας διανομής που δεν παρουσίασε τις συμμορίες σαν κοινωνικό πρόβλημα. Παρουσίασε μια ουδέτερη, ή θετική πλευρά της ζωής τους. Σε όλες τις παλιές γκανγκστερικές ταινίες, η οπτική ήταν το πώς θεραπεύουμε την αρρώστια, πως διορθώνουμε τα κοινωνικά απόβλητα. Ότι θέλουμε να φροντίσουμε αυτά τα παραστρατημένα παιδιά, να τα στείλουμε στο πανεπιστήμιο με κάποιο τρόπο. Αυτή ήταν μια ταινία που το concept της ήταν διαφορετικό. Έχει αποδεχτεί την έννοια της συμμορίας, δεν την αμφισβητούσε, ήταν οι δικές τους ζωές, λειτουργούσαν μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Το κοινωνικό τους πρόβλημα δεν ήταν αν θα σπούδαζαν, ήταν το αν θα έμεναν ζωντανοί. Αυτό είναι το δράμα. Θα ζήσεις ή θα πεθάνεις;»

 

 

 

 

Γιάννης Καψάσκης


Δισκοπώλης, θεωρητικός, με πάθος για τη σημειολογία, το σουηδικό metal και το ρολό κοτόπουλο