David Bowie’s Blackstar – Ένα review όχι και τόσο honest

bw

Εγώ και ο Bowie; Όχι ακριβώς μια σχέση πάθους. Δυσκολεύομαι να νιώσω σύνδεση και οικειότητα με κάτι τέτοιες extravagant περσόνες, που ζουν σε ένα παράλληλο κόσμο από το δικό μου. Σίγουρα εκτιμώ το starιλίκι σε έναν performer και θαυμάζω κάποιον που καταφέρνει να ζει ολοκληρωτικά δοσμένος στην τέχνη του, αλλά ταυτόχρονα είμαι και αρκετά εγωιστής ώστε να θαυμάσω τον οποιονδήποτε με δέος, σαν εκστασιασμένο μαθητούδι.

Υπό αυτή την έννοια, το καινούριο album του David Bowie ήταν ιδανικός υποψήφιος για τη μανιέρα του honest review. Ολόφρεσκο leak, δεν ψάχνεις πληροφορία για τίποτα και ταυτόχρονα με την πρώτη, άγουρη ακρόαση, γράφεις ό,τι ακούς και εμπιστεύεσαι το ένστικτο. Αυτή τη φορά όμως, κάτι με έτρωγε.

Θες επειδή είχε ήδη δώσει 2 κομμάτια και ήξερα ότι δεν πρόκειται για ένα συμβατικό album; Ναι, το ξέρω ότι συγκεκριμένα γι’ αυτόν δεν ισχύει ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά καταλαβαίνεις τι εννοώ. Θες επειδή με δαιμόνισε κάπου βαθιά μέσα μου αυτό το μαύρο αστέρι; Δε μπορούσα να περιμένω μέχρι να πέσει η νύχτα της πρώτης μέρας του 2016, ώστε να έρθω σε συνθήκες να το κάνω σωστά. Έπρεπε να το ακούσω αμέσως. Ένιωθα ότι επείγει να μπω εκεί μέσα.

Υποτίθεται θα ήταν μια συμβατική ακρόαση. Ήταν πρωί, είχα καφέ, ξάπλωνα στο χαλί. Δεν ήταν ώρα για περιπέτειες και εξερευνήσεις. Δυστυχώς όμως για την ηρεμία μου, το album ξεκινά με το “Blackstar”, κομμάτι από εκείνα που ήξερα και επιπλέον, μακροσκελές. Ενθυμούμενος τώρα τη στιγμή, νομίζω ότι μπορούσα να ‘δω’ την άκρη ενός νοητού νήματος. Δεν έπρεπε να την τραβήξω. Υπήρχε πολύ κουβάρι να ξετυλιχτεί, αλλά το έκανα. Τσέκαρα βασικές πληροφορίες. Ούτως ή άλλως, το honest είχε χαθεί. Φαντάστηκα θα αρκούσε κάτι trivial, όπως ότι κυκλοφορεί 8/1, την ημέρα των 69ων γενεθλίων του, ή ότι θα συνεργαζόταν ξανά με τον Tony Visconti. Κάπου όμως εκεί είδα links συνεντεύξεων και features. Το ομολογώ, παρασύρθηκα (δεύτερη φορά αυτή τη χρονιά και δεν είχαν περάσει 2 ώρες που είχε μπει, δεν ξεκινάμε καλά) και βούλιαξα τόσο στη μουσική, όσο και στη σημειολογία.

Ενώ λοιπόν από τα ηχεία έβγαινε μια μινιμαλιστική άποψη περί μουσικής, με υπνωτικά άχρονα beats και ελεγειακή ερμηνεία, ρούφηξα και τις παράπλευρες πληροφορίες. Πρώτα από όλα, ο Bowie δε δίνει συνεντεύξεις, αυτό δεν έχει αλλάξει. Ο Visconti ανέλαβε το βάρος και δεν παρέλειψε να αναφέρει την ιδεαλιστική (που εγώ αμφιβάλλω, νομίζω ότι βαριέται) άποψη του David, ότι λέει αυτό που έχει να πει μέσω της μουσικής, οι κουβέντες περιττεύουν.

Το album προχωρούσε και καθώς απαιτούνταν προσπάθεια για να αποφασίσω αν όντως ανέβαινε το beat, αλλά χωρίς να ροκάρει ούτε κατ΄ ελάχιστον, ήρθε και η προφορική επιβεβαίωση. Μετά το “The Next Day”, που είχε γράψει με την touring band του, η σκέψη ήταν να κάνουν κάτι τελείως διαφορετικό. Και αυτό ήρθε από μια στιγμή rock μυθολογίας. Κάπου το 2014, μια φίλη του Bowie του πρότεινε να τσεκάρει το jazz κουαρτέτο του σαξοφωνίστα Donny McCaslin. Οπότε κι αυτός σηκώθηκε ένα βράδυ, πήγε σε ένα στριμόκωλο bar στο West Village της Νέας Υόρκης όπου έπαιζαν, άραξε σε ένα τραπεζάκι, ήπιε τα ποτά του, δε μίλησε σε κανέναν, δεν τον αναγνώρισε κανείς, τους άκουσε κι έφυγε. 10 μέρες μετά έστειλε ένα mail στον McCaslin, ζητώντας του να είναι αυτοί η backing band για το νέο του δίσκο. Ναι, ακόμα γίνονται αυτά τα πράγματα, ναι το μαγικό rock n roll είναι ακόμα ζωντανό.

Και αφού μας το επιβεβαίωσε, ο γέρο Bowie αποφάσισε να το σκοτώσει. Ξανά.

Υποθέτω ότι ο λόγος που διάλεξε αυτούς τους μουσικούς είναι ακριβώς αυτός που ακούω μέσα στα κομμάτια του album. Η δομή του rock, οι κανόνες του, το άρωμά του είναι παντελώς απόντα. Το rhythm section θα θέσει τους κανόνες πορείας, η φωνή (προφανώς) θα καταδείξει την κουλτούρα και τα πνευστά θα ριφφάρουν όπου αυτό καθίσταται απαραίτητο, όμως αυτό που ακούμε δεν είναι rock n roll. Επειδή αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενο. «Ο σκοπός ήταν να το αποφύγουμε» είναι τα λόγια του Visconti σχετικά. Υπήρχαν πολλά στοιχεία που έπρεπε να χωρέσουν, πολλές ατμόσφαιρες να δαμαστούν χωρίς να ακούγεται αφαιρετική η μουσική – ένα δύσκολο στοίχημα, που φαίνεται όμως να κερδίζεται, το album έχει ροή και συνοχή, παρόλη τη jazz ελευθεριότητα που το χαρακτηρίζει.

Τι όμως έπαιξε το ρόλο του σε αυτή τη χάραξη πορείας; Εδώ, πρέπει να δείξουμε λίγη γενναιότητα φίλοι μου.

«Ακούγαμε πολύ Kendrick Lamar λέει ο Visconti. «Καταλήξαμε με κάτι εντελώς διαφορετικό βέβαια, αλλά λατρέψαμε το γεγονός ότι ο Kendrick είναι τόσο ανοιχτόμυαλος και δεν έκανε έναν ξεκάθαρο hip hop δίσκο. Έβαλε τα πάντα εκεί μέσα και αυτό ακριβώς θέλαμε να κάνουμε κι εμείς». Ο απόηχος του “To Pimp A Butterfly” δεν πρόκειται να κοπάσει εύκολα. Ίσως να μη συμβεί και ποτέ. Το περισσότερο-κατά-γενική-ομολογία-δε-γίνεται αποδεκτό album του Lamar έχει αφήσει το σημάδι του παντού και όποιος δε μπορεί να το αντιληφθεί, μάλλον πρέπει να ρεγκουλάρει το αισθητήριό του. Δε μιλάμε για προσωπικό γούστο εδώ, το θέμα είναι οι κεραίες και η αντιληπτικότητα.

Ένα θέμα που ενδεχομένως να πρέπει να προσέξουμε και για το “Blackstar”. Ένα rock icon αφήνει πίσω το ιδίωμά του και λέει φέτος την ιστορία του με διαφορετικό τρόπο. Μαζεύει ένα γκρουπ από διψασμένους, ικανούς μουσικούς, έτοιμους να cut their teeth που λένε και στο Αμέρικα, στην αρένα με τα μεγάλα παιδιά. Χρησιμοποιεί ένα vintage πεδίο μουσικής, το περνάει από Pro Tools και απλώνει την ομπρέλα της φωνής του και των 70 χρόνων του από πάνω του.

Μου ακούγεται σαν ένας αργοπλεγμένος ιστός αράχνης, που λάμπει στο φως. Είναι δύσκολο στην απορρόφηση, αλλά εθιστικό. Με συναρπάζει η αίσθηση που μου αφήνει, ότι ενδεχομένως μετά από 2 μήνες ακροάσεων, αυτές οι 900 λέξεις να είναι διαφορετικές. Album game changer; Ο Visconti δείχνει να το πιστεύει. «Όταν έβγαλε albums σαν το “Heroes” και το “Low”, κανείς δεν έκανε κάτι τέτοιο. Είναι ένας genre-breaker και ανυπομονώ να αρχίσουν να βγαίνουν δίσκοι που θα μιμούνται το “Blackstar”».

Δε μπορώ να δω τόσο μακριά. Αυτό που ξέρω είναι ότι πρέπει να το βάλω ξανά να παίξει το ρημάδι…

Γιάννης Καψάσκης


Δισκοπώλης, θεωρητικός, με πάθος για τη σημειολογία, το σουηδικό metal και το ρολό κοτόπουλο