Δώσε στον Ryan Adams τον χρόνο που χρειάζεται (εσύ πόσες ακροάσεις έχεις ανάγκη;)

ryan

Το ερώτημα είναι γνωστό και αιώνιο ανάμεσα στους μουσικόφιλους: πότε καταλαβαίνεις πως ένας δίσκος σου “κάνει” κλικ; Η “μαγεία” συμβαίνει στην πρώτη ακρόαση, στην 5η ή χρειάζεται τουλάχιστον 20; Σε αυτό το ρητορικό – ανούσιο -και ταυτόχρονα ουσιαστικό θέμα, έχουμε πληθώρα απόψεων που μοιάζει με κοινοβούλιο.

Υπάρχει το μειοψηφικό (πλέον) “ακραίο στοιχείο”, δηλαδή η πτέρυγα των first timers. Αυτοί που χρειάζονται το μουσικό φιλί της ζωής από την πρώτη ακρόαση και ήδη στο ξεκίνημα της 2ης (αν υπάρξει τέτοια) έχουν καταλήξει στην ετυμηγορία.

Σειρά έχουν οι (ίσως ακόμα λιγότεροι πλέον) “λιωνωδισκάκηδες” οι οποίοι χρειάζονται μια αιωνιότητα και αρκετές μέρες για να βγάλουν ασφαλή συμπεράσματα. Έτυχε να γνωρίσω τέτοιο τύπο και το 2015 μου είπε πως κατέληξε πόσο του αρέσει δίσκος του 2008. Δεν κάνω πλάκα.

Και…κάπου στη μέση υπάρχουμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι. Που θα βγάλουμε το συμπέρασμα μας πάνω κάτω σε σχετικά λίγες ακροάσεις. Η αλήθεια είναι πως δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να ακούσουμε οτιδήποτε κυκλοφορεί και να πατούσαμε το repeat 150 συνεχόμενες φορές αλλά αυτό σημαίνει πως α) δεν θα είχαμε ούτε την βασική ζωή για να αγοράσουμε κάτι να φάμε και β) θα πεθαίναμε από την αυπνία.

Όπως και να ‘χει, θεωρώ πως η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. AC/DC θα χρειαστείς μιάμιση ακρόαση για να μάθεις όλα τα ρεφρέν και riff απ’ έξω, Tool θέλεις μια καλύβα στον Βόρειο Πόλο μαζί με μια σόμπα και ακουστικά για κάνα δίμηνο για να πιάσεις το νόημα. Λογικό δεν είναι;

Ε λοιπόν, στην περίπτωση του φετινού δίσκου του Ryan Adams (τον οποίο και καρτερούσαμε υπομονετικά) με τίτλο “Prisoner” (τυχαίο;), συνέβη κάτι περίεργο. Σκεφτείτε πως έχουμε να κάνουμε με κατά βάση ήρεμα rock τραγουδάκια διάρκειας 3 λεπτών. Βάζω να τον ακούσω:

1η φορά: τι χάλι είναι αυτό;

2η φορά: μαλάκα, αυτό δεν ακούγεται

3η φορά: τώρα γιατί το ακούω αυτό με το ζόρι;

4η φορά: >>

5η φορά: >>??>>??

6η δεν υπήρξε για ένα χρονικό διάστημα. Ξενερωμένος έβγαλα την μικρή προσωπική μου απόφαση. Ο δίσκος είναι απαράδεκτος.

Ξενερωμένος, τράβηξα το δρόμο μου μέχρι που ενώ είχε περάσει μια εβδομάδα αποφάσισα να του δώσω μια τελευταία ευκαιρία. Τελευταία όμως. Ακούγοντας το, κατάλαβα πως υποσυνείδητα, θυμόμουν σημεία από τραγούδια, μου είχαν μείνει φωνητικές γραμμές και ω, τι έκπληξη, τελικά δεν είναι τόσο άσχημο. Οι ακροάσεις συνεχίστηκαν, η γνώμη άλλαξε.

Την στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές έχω κατασταλάξει πως δεν είναι τόσο καλό όσο το ομώνυμο άλμπουμ του πριν 2 χρόνια αλλά στέκει αξιοπρεπώς στην δισκογραφία του. Θα συνεχίσω να το ακούω; Νομίζω πως ναι.

Ο λόγος που συνέβη όλη αυτή η διακύμανση άποψης; Δεν έχω ιδέα. Μπορεί να είναι ψυχολογικό. Να θεωρείς πως κατ’ ανάγκη σου αρέσει κάτι επειδή ο καλλιτέχνης είναι αγαπημένος αλλά δεν θυμάμαι να χοροπηδούσα από τη χαρά μου 2 μήνες μετά το St. Anger π.χ.

Όπως και να ‘χει, ρωτήστε με του χρόνου να σας πως μου φαίνεται τότε. Μυστήρια πράγματα αυτοί οι δίσκοι.

Στέλιος Τσουμπανίδης


Συλλέκτης εμπειριών, ρεαλιστής (άρα απαισιόδοξος), έχει κάνει το daydreaming επάγγελμα. Η συμπαντική αλήθεια κρύβεται στις ατάκες του Bill Hicks και στο bacon.