Honest Review (Το ξεγύμνωμα): Kendrick Lamar – DAMN.

DAMN.-KendrickLamar

Από την πρώτη μέρα που βγήκε το DAMN. το Νews Feed του Facebook γέμισε με αναρτήσεις για το φαινόμενο Kendrick Lamar.  Παρατήρησα πως οι χρήστες του fb που ανέρτησαν με ενθουσιασμό την καινούρια δουλειά του Lamar ήταν κυρίως άνθρωποι που δεν ακούν κατά βάση rap. Ας το βάλω να το ακούσω.

Αντικρίζω το artwork και σκέφτομαι, ώπα εδώ είμαστε. Την πρώτη στιγμή που βλέπεις το εξώφυλλο προϊδεάζεσαι πως πρόκειται για βρωμιά βγαλμένη από τα έγκατα του Brooklyn με samples ήχων από αρουραίους που κολυμπούν στα όρια μεταξύ Queens και Bronx. To artwork μυρίζει oldschoolιά, για την ακρίβεια είναι το εξώφυλλο που θα επέλεγε ο Cormega αν κυκλοφορούσε νέο album. Αλλά, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που περιμένεις να ακούσεις, πχ. σε στυλ Joey Bada$$. Για να ακούσεις μια oldschoolιά πρέπει να φτάσεις στο κομμάτι FEEL και όχι επειδή πρέπει, αλλά λόγω εξωφύλλου. Με την ευκαιρία αφού ανέφερα τίτλο κομματιού του δίσκου, όλα τα ονόματα των κομματιών με τα κεφαλαία και τις τελείες δεν θα μπορούσαν να είναι μία καινούρια σειρά αρωμάτων;  Τέλοσπαντων, ο σκοπός του άρθρου δεν είναι να σπιλώσει τη δουλειά του Kendrick Lamar, αλλά να το δει με μια πιο ψύχραιμη ματιά.

Πριν ξεκινήσει το review, να σημειωθεί ότι το DAMN. είναι ένα ωραίο album, ταξιδιάρικο, χαλαρό και σε σχέση με τον Drake και κομμάτια του, ο Kendrick έχει καλύτερο πάτημα και πιο ευχάριστη χροιά. Σε καμία περίπτωση δεν είναι η μουσική καινοτομία του hip hop. Ειδικά όταν υπάρχει αυτό.  Συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια επικρατεί παντού το quote Hip Hop is Dead. Hip hop is not dead, mainstream hip hop is.  Σημειωτέον, αν θες να είσαι semantically correct, λέγοντας hip hop εννούμε ένα εύρος 4 στοιχείων, λέγοντας ραπ εννοείται η παραγωγή, beat μαζί με το πάτημα του rapper. Γι’αυτό και δεν λέμε hip hopper λόγου χάριν, το οποίο, ηχητικά, είναι εξαιρετικά εμετικό.

Στο θέμα μας, το album του Kendrick είναι ένα προσεγμένο mainstream album. Χωρίς αυτό να του προσδίδει αρνητική κριτική. Καλοδουλεμένο, ακολουθεί τις επιταγές του 2017, αλλά και τις επιταγές των καλών εποχών του ραπ με safe πειραματισμούς.

1.BLOOD. Ένα όμορφο intro, θυμίζει πολύ έντονα κομμάτι που θα μπορούσε να είναι στο tracklist του Stanger Journey των CunninLynguists.

2.DNA. Πολύ καλή παραγωγή, αυθόρμητο το flow του Kendrick, σαν να το έγραψε σε ένα take αν και σε κάποια σημεία η φωνή του βρίσκεται οριακά στο να βγει κοκκοράκι. Θυμίζει τις dark εποχές του Shyheim στο Dust juice με το flow του Bodega Bamz.

3.YAH. Δεν πρόκειται για κάποιο γερμανικό χαιρετισμό, αλλά είναι συντομογραφία του Yahweh, όνομα το οποίο θεωρείται ό,τι πιο κοντινό στο πραγματικό όνομα του Θεού. Το κομμάτι δεν έχει σταθερή θεματολογία, ούτε κάποια λογική ροή. Μιλά για το κανάλι FOX, την αρνητική κριτική που έλαβε και την ανηψιά του (καθώς και την υπόλοιπη οικογένεια) που είδε το όνομα του θείου της να αμαυρίζεται στις ειδήσεις. Έπειτα με αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη, αναγνωρίζει την θεϊκή παρουσία στη γη, αλλά και τη διαβολική δύναμη που τον ωθεί στην αμαρτία.  Στο genius.com, o στίχος “Buzzin’ radars are buzzin’” αναφέρεται ως ο δέκτης του Kendrick που εντοπίζει τις γυναίκες gold diggers.

4.ELEMENT. Ίσως το πρώτο κομμάτι που ανταποκρίνεται, κάπως, στις προσδοκίες που δημιούργησε το HUMBLE. Εδώ ο Kendrick μιλάει για την αγάπη του για το hip hop και πως θα πέθαινε γι’αυτό, για τη θέση του στη rap σκηνή και την αποδοχή (ή όχι) του από τους υπόλοιπους rappers και για το πόσο και αν επηρεάζει η φήμη. Το chorus έχει στοιχεία παλιού καλού r’n’b, με μελωδίες οι οποίες σου δημιουργούν νοσταλγία. Το κομμάτι κλείνει πολύ δυναμικά με ένα μικρό acapella του Kendrick, γενικά, καλύτερα acapella γιατί το πάτημα του δεν το λες και στολίδι μιας λούπας.

5.FEEL. Η πρώτη στιγμή στο album όπου ο Kendrick με κέρδισε εξ’ολοκλήρου. Η παραγωγή ξεκινά σούπερ δυναμικά, φαίνεται σαν να έχουν ηχογραφηθεί σε στούντιο τα drums και το μπάσο. Ένα ολοκληρωμένο beat και το flow του Kendrick εδώ φαίνεται να είναι το πραγματικό του, ειλικρινές, χωρίς να προσπαθεί να προσαρμοστεί κάπου και κυρίως χωρίς να είναι στο όριο για κοκκοράκι. Το κομμάτι αυτό είναι από τα λίγα του δίσκου που δεν έχει 4 writers και ο παραγωγός του είναι παλιός συνεργάτης. Από τα κομμάτια που θα απαίτησε ο Kendrick να μπουν στον δίσκο με τον τρόπο που θέλει εκείνος.

6.LOYALTY FEAT. RIHANNA.* Ακολουθεί παιχνιδιάρικη παιδαριώδης μίμηση φωνής*. Το κομμάτι το ακούς στο Spotify και νομίζεις ότι έχει μπει η σπαστική διαφήμιση που δεν μπορείς να προσπεράσεις. Στο pre-chorus όπου μπαίνει ο dj DAHI, ακούς το κλασικό πάτημα – συνταγή για τέτοια tracks. Όπου φαντάζομαι ότι αν όλα τα chorus με αυτό το πάτημα παρυήλαναν, θα είχαν πρωτοστάτη τον Lil’Wayne. Καλό καλοκαίρι εύχομαι και καλή Μύκονο.

7.PRIDE. Story telling, Atmosphere, οι πρώτες λέξεις που μου ήρθαν στο μυαλό.  Ωραίο για να σε φέρει στα ίσια σου μετά το ενοχλητικό Loyalty. Το ρεφραίν θυμίζει «βασίλισσες» του rap όπως η Erykah Baduh στο “Love of my Life (An ode to hip hop)”. Ακούγεται τόσο ευχάριστα που θες να το βάλεις ξανά, είναι και ένα από τα λίγα κομμάτια όπου ο Kendrick στα lyrics του είναι πιο ταπεινός.

8.HUMBLE. Πορωτικό, δυνατό, κομματάρα. Σαν να πήρες το καλύτερο part του “Rite” από Method Man και Loaded Lux, να το απλοποίησες και ξαφνικά να έγινε κατανοητό στο κοινό. Well done, Mike Will Made-It. Ο Kendrick Lamar μετουσιώθηκε σε αυτό το κομμάτι, στο Yan που έψαχνε το beat (Yin), το οποίο δεν ήθελε η μοίρα να είναι του Gucci Mane. Ο Lamar, εδώ, θέλει να ταπεινώσει τους άλλους rappers με τους στίχους του, τραγική (στιχουργικά) ειρωνία μετά το PRIDE.

9.LUST. Με παραγωγούς τους BADBADNOTGOOD, δεν μπορείς ούτε προσεγγιστικά να προσδιορίσεις το είδος αυτού του beat και δεν χρειάζεται. Αισθητικά και λόγω της ατμόσφαιρας που δημιουργεί, ίσως πρόκειται για ένα αφιέρωμα στους West Coast rappers. Τα φωνητικά θυμίζουν Prince, ο οποίος είναι και ιθύνων (εν αγνοία) νους των δυτικών και με την παραγωγή κάνεις εικόνα τον παλαίμαχο Dr. Dre σε κουνιστή πολυθρόνα με καρώ κουβερτάκι στα πόδια, μία συννεφιασμένη μέρα στο Los Angeles.

10.LOVE. FEAT. ZACARI. Ακόμα και τα feat. προσαρμόστηκαν στο concept των τίτλων. Μπήκε ο ενήλικας Justin Bieber και το κομμάτι έχασε ήδη το ενδιαφέρον του. Η λούπα των drums θυμίζει έντονα το “Limit to your Love” από James Blake, μετέπειτα διασκευασμένο από BADBADNOTGOOD, μετέπειτα αμφότερων συνεργατών του Kendrick Lamar. Το κομμάτι σκιαγραφεί την αρραβωνιαστικιά του και η αλήθεια είναι ότι προσωπικά δεν με άγγιξε όπως περιμένεις να σε αγγίξει ένα κομμάτι αγάπης (όπως το limit to your love πχ.).

11.XXX FEAT. U2 Με το που είδα U2, θα παραδεχτώ υπήρξα προκατειλλημένη και ως προς το είδος της παραγωγής και ως προς τα φωνητικά και το τελικό αποτέλεσμα. Πόσο λάθος ήμουν. Ο Bono ξαφνικά αποκτά άλλη ιδιότητα η οποία μοιάζει να του ταιριάζει γάντι. Επηρεασμένο από τον Ice-T και old school hip hop καταβολές, ενδιαφέρουσες αλλαγές, οι οποίες σε συνδυασμό με τα φωνητικά των προαναφερθέντων Bono και Lamar και την ιστορία που διηγούνται, βγάζουν απόλυτο νόημα, δηλαδή την αναγωγή ενός προσωπικού προβλήματος με μίσος και ένταση σε κοινωνικό με πλέον ήρεμο και ώριμο flow. Απόλυτο νόημα δε βγάζει ο τίτλος, εκτός κι αν εννοεί τον αριθμό 30, αν και ούτε αυτό βγάζει, όποιος το βρει ας το σχολιάσει.

12.FEAR. Το μεγαλύτερο (χρονικά) κομμάτι του δίσκου, δείχνει να πειραματίζεται με additional vocals πέραν του συνηθισμένου και ως προς το πόσο διαρκούν και ως προς το είδος τους. Το backmasking εδώ (Τα φωνητικά που ακούγονται με μία μπάσα φωνή ξεκινώντας με το “Why God, why God do I gotta suffer”) είναι επιπέδου Flowdan και ξεκινάνε δημιουργώντας ένα σκοτεινό λονδρέζικο mood, ξεδιπλώνοντας το κόκκινο χαλί για το πρώτo verse του Kendrick. Ξεκινά μιλώντας για τη παιδική του ηλικία και τους φόβους του, συνεχίζοντας σε κάθε verse να διηγείται τον ειδοποιό φόβο του σε 4 εκφάνσεις της ζωής του. Ένα τίμιο storytelling με παραγωγό τον Alchemist.

13.GOD. Απλά ένα κομμάτι που θα άκουγες στο κλείσιμο του Studio 24. Ανεκτό trap.

14.DUCKWORTH. Εδώ παραγωγός ο αγαπημένος 9th Wonder μας παραδίδει μία αυτούσια oldschoolιά χωρίς πολλά πολλά και ο Kendrick Lamar Duckworth (ολόκληρο το όνομά του) μιλάει για gunια και τηγανητά κοτόπουλα με την όλη ιεροτελεστία να μυρίζει A Tribe Called Quest. Και καλά κάνει, έτσι πρέπει να κλείσει ένα τέτοιο album.

 

Κατά την humble μου άποψη, το album αυτό πρόκειται για ένα album ωδής στο hip hop. Κάθε κομμάτι φαίνεται να υμνεί αντίστοιχα διαφορετικά είδη rap μουσικής, παντρεύοντας τη μουσική θεματολογία, κάπως, με τη στιχουργική. Ο Lamar εμπλέκει πολλά είδη rap, επιρροές από πολλούς καλλιτέχνες, απλοποιώντας τες τόσο όσο να καταλάβει το υπόλοιπο μουσικό κοινό, πως το ραπ δεν είναι ο Lil Wayne ή ο οποιοσδήποτε άλλος mainstream rapper, αλλά οι καλλιτέχνες που αρέσκοταν ο ίδιος να ακούει και τον ενέπνευσαν να πραγματοποιήσει ένα τόσο πολύπλοκο project. Παρθενογένεση δεν υφίσταται και ο Kendrick Lamar το ξέρει και το εκμεταλλεύεται στο έπακρο, έτσι κι αλλιώς όλο το hip hop είναι βασισμένο σε πειραματισμούς με υπάρχοντα samples. Οι παραγωγές του album, αν και καλές, δεν ήταν η αποκάλυψη/καινοτομία που περίμενε το rap κοινό (πλην του Humble, Feel και Lust). Το rap του, η χροιά του και το πάτημα του δεν είναι τα ιδανικά, για την ακρίβεια δεν πατάει ωραία στο ρυθμό και όποτε το προσπαθεί, φαίνεται ότι δυσκολεύεται (κάτι που δεν χρειαζόταν να αναφερθεί σε κάθε track review), φυσικά, όμως δεν αρκεί το ταλέντο για να επιτύχεις. Ο Kendrick Lamar ίσως είναι η απόδειξη της ρήσης “Hard work beats talent when talent fails to work hard.”, και ο Lamar δούλεψε σκληρά. Το εξεζητημένο marketing-περιτύλιγμα του δίσκου του, είναι κάπως cheesy, αλλά αν είναι να αναστηθεί και να εξελιχθεί το καλό mainstream rap, ας είναι.

Κατερίνα Σπανού


Κατ’αρχάς ειρωνική, ανούσια ισχυρογνώμων και κοσμάρα. Καταρχήν, αμήχανα ειλικρινής με συνειρμική σκέψη.