Honest Review: Trivium – The Sentence And The Sin

Trivium-2017-Band-Promo-Photo

Η συγκυρία δεν είναι εύκολη για μένα. Με τους Trivium έχουμε μακρά ιστορία, η οποία ποτέ δεν είχε μετριοπαθή χαρακτήρα. Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε το “Ascendancy βρήκαν σε μένα έναν παθιασμένο υπερασπιστή, ο οποίος (ομολογώ) έβρισκε 50% ικανοποίηση στο να στηρίζει μια νεανική μπάντα που έπαιζε ακριβώς αυτό που ήθελε να ακούσει εκείνη την περίοδο και 50% ηδονιζόταν να αρπάζεται με κλασικομεταλλάδες που αρνούνταν να δεχτούν ότι αυτά τα πιτσιρίκια από τη Florida ανήκαν δικαιωματικά κάτω από την ομπρέλα του αυθεντικού heavy metal.

Ήταν η πρώτη μπάντα που θαύμασα και αποτελούνταν από μουσικούς νεότερους από εμένα (σημαντικό μαξιλάρι ενηλικίωσης) και σε ένα honest review δε χωράνε υποκρισίες – πληγώθηκα όσο οι τελευταίοι δίσκοι τους μου φαίνονταν όλο και πιο άψυχοι. Πάντα ήμουν standby για αυτούς, πάντα θα άκουγα το εκάστοτε νέο Trivium album με μια κρυφή ελπίδα, η μοίρα της οποίας θα ήταν να γκρεμοτσακίζεται σε ένα κυκεώνα επανάληψης μοτίβων, φτηνών τεχνασμάτων εντυπωσιασμού και ελάχιστων στιγμών έμπνευσης, ανήμπορων όμως να σηκώσουν το υπόλοιπο του βάρους.

Ίσως να περίμενα πολλά, ίσως να στέρεψαν κι αυτοί, ίσως το κακό κάρμα που θα τους συνόδευε αν αληθεύουν οι φήμες ότι ο πατέρας του Matt Heafy κάλυψε τα έξοδα του συμβολείου με τη Roadrunner ώστε να τους υπογράψει, το bottom line είναι πως δε θα είμαι πια εκεί για αυτούς. Δεν έχω λόγο να περιμένω, αμφιβάλλω ότι θα με εντυπωσιάσουν ποτέ ξανά και είναι καιρός να χωρίσουμε. Εκτός…

…εκτός κι αν υπάρχει κάτι ακόμα εδώ. Το “The Sin And The Sentence” album κυκλοφορεί αυτές τις μέρες και εφόσον το Mud Times μας έχει καταντήσει ανοιχτά βιβλία (είμαι σίγουρος αν κάποιος διαβάσει όλα μου τα κείμενα εδώ, θα μαθει περισσότερα για μένα από όσα ξέρει η γυναίκα μου), ας το κάνουμε μαζί. Η ιστορική πλέον πατέντα του honest review παίρνει μπροστά για άλλη μια φορά, πατάω play στο καινούριο δίσκο των Trivium αυτή τη στιγμή, χωρίς να έχω ακούσει ούτε νότα και γράφω καθώς ακούω. Πάμε;

 

The Sin And The Sentence

Κανείς δε θα αρνηθεί ότι το εισαγωγικό riff είναι αυτό που πρέπει. Είναι φρέσκο, είναι γρήγορο, είναι τεχνικό, αναπνέει μια χαρά κι αν εξαιρέσεις τον κλινικό metal ήχο στα τύμπανα, όλα μπαίνουν ρολόι. Ένα από τα προβλήματα του millennial metal όμως, είναι ότι αυτά τα παιδιά ξεκίνησαν πολύ διαβασμένα. Ήξεραν όλους τους τρόπους του να φτιάξεις metal και νιώθουν υποχρεωμένοι να τους αξιοποιήσουν όλους. Έχουμε μια φαρέτρα με εγγυημένες συνταγές, 4 ειδών riffs, 3 drum patterns, 3 φωνητικά στυλ. Το θέμα είναι το πως θα βάλουμε το ένα πριν από το άλλο, ώστε να φανεί όσο καλύτερο γίνεται. Αλλά θα μπουν όλα. Μπορεί ο τραγουδιστής να έχει επαρκέστατη καθαρή φωνή και να μπορεί να πάρει τη μελωδία πάνω του. Όχι, κάπου θα πρέπει να το γκαρίξουμε κιόλας. Το ρεφραίν στέκει στο rock n roll κόσμο κι από μόνο του; Αποκλείεται, πρέπει να μπει και δεύτερη φωνή. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να αλλάξει 8 drumbeats σε κάθε κομμάτι. Δεν καταλαβαίνω γιατί το περιστασιακό blastbeat είναι δείκτης ποικιλίας. Γιατί να είναι κανόνας η αυξομείωση στην ταχύτητα 4 φορές. Μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά και μπράβο σου, here’s a cookie. Αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να τα βάλεις όλα. Έχεις ένα καλό riff και ένα καλό ρεφραίν. Πίστεψε με, αρκεί. Δε δίνεις εξετάσεις για metal δίπλωμα. Μη μου δείχνεις κάτι που ξέρω, μάθε με κάτι καινούριο. (Συγχύστηκα ήδη, και φαντάσου ότι το κομμάτι είναι πραγματικά καλό).

 

Beyond Oblivion

Ακόμα πιο εμφανές εδώ. Καταιγιστικό παίξιμο, ριφφάρα, ο drummer αγωνίζεται να κάνει καριέρα, όταν μπαίνει η φωνή όμως (και στο κουπλέ και στο ρεφραίν) ρίχνουν όλοι ένα φρένο και ξεκαθαρίζει το πράγμα. Ενδεχομένως να μην αφήνει ο leader τραγουδιστής τους άλλους να του κλέψουν τον κεραυνό, αδιαφορώ όμως, λειτουργεί για μένα. Επίσης τα solos τους ήταν, είναι και θα είναι crème de la crème.

 

Other Worlds

Η εισαγωγή δείχνει αλλαγή στο μοτίβο και φυσικά το χαίρομαι. Πιο αργά, πιο στρωτά, πιο τραβηγμένες οι φωνές. Αν κόβαμε το ένα πόδι του ντράμερ ώστε να πλακώνεται στη δίκαση λιγότερο, θα ήταν όλα καλύτερα. Μπορεί οι στίχοι να μη λένε κάτι, το γεγονός όμως ότι εδώ οδηγός δεν είναι το αθλητικό DNA των μεταλλάδων, είναι παρήγορο για τη συνέχεια. Ο Corey Taylor θα έφτανε αυτές τις φωνητικές γραμμές στο Θεό.

 

The Heart From Your Hate

Δεν έχω τίποτα με το ντράμερ, αλήθεια, δεν το ξέρω το παιδί και πιθανότατα δε φταίει σε τίποτα. Ο πλαστικός ήχος είναι τελείως λάθος όμως, τουλάχιστον για τις στιγμές που οι υπόλοιποι παλεύουν να στήσουν μια ατμόσφαιρα. Εδώ συνεχίζεται το μοτίβο της cooled off ερμηνείας, η οποία βέβαια προυποθέτει στιβαρή σύνθεση από πίσω. Δεν εκπληρώνεται 100%, οφείλω να ομολογήσω. Και ω, του θαύματος, δεύτερες φωνές χωρίς γκαρίλες, αγνά και τίμια ωωω-ωωω. Εύγε, νιώθω καλύτερα.

 

Betrayer

Ναι, το είπε. Φώναξε δυο πορωμένα “Betrayer” πάνω από γκαζωμένο metal, χωρίς να είναι ο Mille Petrozza. Αστειεύομαι, δεν είναι copyright κανενός (ή όχι;) και άλλωστε όλα τα κουπλέ είναι πιο τραλαλα, οπότε καμία παρεξήγηση. Εδώ ας πούμε, όπου μαρσάρει το τύμπανο, εξυπηρετεί την υπόλοιπη μουσική και πολύ καλά κάνει. Ένα γρήγορο κομμάτι με νόημα. Ευχαριστούμε για το κάρμα, Mille.

 

The Wretchedness Inside

Δεν είμαι σίγουρος ότι στέκει η λέξη “wretchedness” γραμματικά. Αλλά έχει nu metal μπάσο στην εισαγωγή, οπότε δεν πειράζει. Πολύ διαφορετικό κουπλέ, με φρέσκα τύμπανα , που η βρωμογκαρίλα ταιριάζει όμορφα. Πρώτη φορά που το brutal έχει σωστότερο placement στο κομμάτι από την καθαρή φωνή και αυτές οι εναλλαγές είναι που κάνουν το δίσκο να αναπνέει. Αυτές και το nu metal βέβαια (τι ζούμε, θεέ μου). Ψήθηκα, έκανα και air guitar στο solo. Το κομμάτι του δίσκου μέχρι στιγμής.

 

Endless Night

Αυτά τα μελαγχολικά κιθαριστικά μινόρε, με πιάνουν κάπως. Lead φωνή κολοκοτρωνέικη εδω, όλο είναι πάνω στον αρχηγό. Το φάντασμα του Corey Taylor δεν πάει πουθενά, προφανώς δεν είναι κάτι που θα παραπονεθώ. Μπαλαντάρουμε εδώ, όσο το επιτρέπει ο neo metal ψυχαναγκασμός μας βέβαια. Δεν αλλάζει η παγκόσμια μουσική κι εγώ είμαι μαζί σου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ανάγκη για overachievement προσφέρει, καθώς δε σου επιτρέπει να το αφήσεις πολύ άδειο. Όταν έχεις μια προδιάθεση να γεμίζεις συνεχώς τα κομμάτια σου, στις απογυμνωμένες συνθέσεις λειτουργεί διακοσμητικά και θεωρώ ότι λειτουργεί. Το μόνο που με φοβίζει είναι ότι θα μας πάρει ο διάολος στο επόμενο.

 

Sever The Hand

Κι όμως μαλάκα μου, όχι. Ίσως βρήκαμε την ισορροπία μας μετά από 7 κομμάτια; Τραβάει την προσοχή το αρκουδαρέϊκο pre-chorus και το nu metal πάλι σώζει την κατάσταση. Καπάκι ρεφραίν μεγαλομανίας και αρχοντικό σόλο και καπάκι στο καπάκι, αμανικοραφτάδικο metal σεμινάριο. Καγκουριά, αλλά σκίζει. Δεν παίζουμε με κλασικές δομές τραγουδιού εδώ και επιτέλους, κάτι που δεν περιμένεις. Τα κάνουμε από νωρίς αυτά, παλικάρια, όχι μετά τη μέση. Τώρα, κάνουμε δουλειά. Δεν ξέρω αν είναι εμφανές, αλλά ακριβώς εδώ φαίνεται πως λειτουργεί το πράγμα όταν βάζουμε την ικανότητα μας να υπηρετεί το τραγούδι και όχι το ανάποδο. Έκαναν ό,τι χρειάστηκε και είναι σαν να βγήκε ο ήλιος. Fuckin A.

 

Beauty In The Sorrow

Άχου μωρέ, τα παιδιά μεγάλωσαν. Cool ταχύτητες, articulate παίξιμο, ρυθμισμένο συναίσθημα ώστε να περάσει το μήνυμα. Νιώθω σαν να βλέπω την κόρη μου να παίρνει πτυχίο. Οκ, υπερβάλλω αλλά καταλαβαίνεις τι εννοώ, έτσι δεν είναι; Γίνονται μαγικά πράγματα στο metal όταν δε βάζεις νέφτι στον κώλο των drummers. Και heavy πέρασμα ακολουθούμενο από μελωδική φωνητική θα βάλεις, και τσαμπουκαλίδικα θα τελειώσεις, και μπράβο θα σου πούνε.

 

The Revanchist

Στο δεύτερο μισό του δίσκου, ο Matt Heafy έχει πράγματα να μας πει. Ειδικά σε μένα, που όλοι ξέρουν ότι είμαι το πουτανάκι των τραγουδιάρικων ρεφραίν, οπότε τώρα γκρουβάρω σαν γελοίος στην καρέκλα μου. Το αλλάζει αρμονικά με το στακάτο κουπλέ και πραγματικά, έχει μετατοπίσει όλο το αίσθημα του αλμπουμ από τη μέση και μετά. Μην παρεξηγηθούμε, δεν έπεσε ξαφνικά στα χέρια μας ο METAL δίσκος του αιώνα, το ζητούμενο είναι να έχουμε να πούμε κάτι για κάθε του στιγμή. Και αυτό είναι ένα ερέθισμα που παίρνουμε χωρίς διακοπή. Ακόμα και από το Iron Maiden πέρασμα στο 4:15.

 

Thrown Into The Fire

Την πρώτη φορά που είδα το tracklist (πριν καμία ώρα δηλαδή), τα 11 κομμάτια μου φάνηκαν πολλά. Ακόμα το πιστεύω, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν καθόλου δύσκολο να φτάσουμε μέχρι εδώ. Μέχρι το πιο παλιομοδίτικο metal riffing του δίσκου να ανακατεύεται με τα γεμάτα αυτοπεποίθηση brutal φωνητικά του κ. Heafy, που εδώ έχουν ξανά νόημα. Όλα ρολάρουν καλύτερα όταν βάζεις τα πράγματα εκεί που πρέπει. Και αυτό είναι κάτι που ισχύει σε πολλούς τομείς της ζωής. Για παράδειγμα, το overload riffs και solos, ταιριάζει στο τελείωμα ενός δίσκου. Το να βάζεις τη γυναίκα σου να κάνει ένα απρόσωπο εξώφυλλο σαν κι αυτό, όχι και τόσο (googlάρω ταυτόχρονα λεπτομέρειες για το album). Αλλά αυτά είναι απλώς η γνώμη ενός τύπου.

 

Τελικό πόρισμα; Αλήθεια, θέλω να το ξανακούσω. Δεν ήταν αυτό που περίμενα, είναι σίγουρα πιο ενδιαφέρον, όχι, δε θέλω πια να χωρίσω τους Trivium, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα τσακώνομαι πια για χάρη τους.  Δε θα τρέξω να το αγοράσω αύριο το πρωί, αλλά θα κρατήσω ένα αίσθημα ικανοποίησης τώρα και ένα μάτι ανοιχτό για το επόμενο. Αρκετά ενήλικο deal, δεν είναι;

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Γιάννης Καψάσκης


Δισκοπώλης, θεωρητικός, με πάθος για τη σημειολογία, το σουηδικό metal και το ρολό κοτόπουλο