Οι 10 καλύτερες διασκευές όλων των εποχών

covers-2
ΟΚ το παραδέχομαι, ο τίτλος του άρθρου είναι προβοκάτσια. Ως γνωστόν το να συντάξει κάποιος μία λίστα με τα καλύτερα οτιδήποτε, οποιασδήποτε χρονικής περιόδου, είναι άσκηση στη ματαιότητα. Έχει όμως πλάκα, έτσι δεν είναι; Ας δούμε λοιπόν ποιες είναι οι 10 καλύτερες διασκευές όλων των εποχών για σήμερα. Μη με ρωτάτε όμως για αύριο, είναι αξίωμα ότι κάθε τέτοια λίστα παύει να ισχύει με την ολοκλήρωση της συγγραφής της.
Εκεί λοιπόν που άκουγα στο αυτοκίνητο το ωραιότατο soundtrack της ωραιότατης ταινίας “Boys Don’t Cry”, θυμήθηκα την ωραιότατη σκηνή του μπαρ όπου η ωραιότατη Chloe Sevigny μαζί με τις ωραιότατες φίλες της τραγουδάνε ωραιότατα karaoke το “The Bluest Eyes In Texas”, μία επιτυχία του country συγκροτήματος Restless Heart από το 1988. Αααχ, Chloe… Εεεε, πίσω στο θέμα μας. Στο soundtrack της ταινίας λοιπόν το συγκεκριμένο τραγούδι ακούγεται από τη φωνή της Nina Persson των Cardigans με ηθικό αυτουργό το Nathan Larson, σε μία εκτέλεση που είναι απλά συγκλονιστική. Γιατί όμως μου φαίνεται συγκλονιστική; Τι είναι αυτό που κάνει μια διασκευή όχι απλά επιτυχημένη, αλλά ξεχωριστή;

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει ο διασκευάζων να φέρει το τραγούδι στα δικά του μέτρα. Να του προσδώσει προσωπικότητα. Να το κάνει δικό του. Κακή διασκευή κατ’ εμέ είναι η πιστή επανεκτέλεση ενός κλασικού κομματιού. Τι νόημα έχει να ακούσω ένα τραγούδι των Black Sabbath παιγμένο ακριβώς όπως το παίζουν οι Black Sabbath από κάποιους που δεν είναι οι Black Sabbath; Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμα και σεβάσμιοι προσωπικοί ήρωες όπως ο Dave Wyndorf όταν παίζει το “Into The Void” είναι φάουλ, το ίδιο και ο Lemmy με το “God Save The Queen”. Αν θέλεις να υποβάλεις τα σέβη σου δήλωνε στις συνεντεύξεις σου ποιοι σ’ αρέσουν αλλά, προς θεού, μην τους διασκευάζεις. Δεν θέλω να σε ακούσω. Κι αν θέλεις να μάθεις πώς κάνει κάποιος δικό του το τραγούδι αλλουνού, για άκου την ολοκληρωτική οικειοποίηση από τους Entombed αυτού του cult classic του Roky Erikson:

Δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά όμως αυτή. Το 99% των διασκευών είναι χειρότερες από το πρωτότυπο. Ειδικά όταν προσπαθείς να διασκευάσεις έναν δημιουργό τόσο εμβληματικό όσο ο Leonard Cohen, το αποτέλεσμα είναι πάντα καταστροφικό. Εκτός βέβαια αν είσαι ευλογημένος από το Θεό (και τα γονίδια) με ένα αγγελικό φαλσέττο που κάνει άνδρες να κλαίνε και γυναίκες να μουσκεύουν το εσώρουχό τους, και φροντίσεις να πεθάνεις νωρίς, τραγικά και άσκοπα αφήνοντας ένα όμορφο πτώμα πίσω σου, όπως ο Jeff Buckley. Τότε χάρη στο συνδυασμό ταλέντου και rock ‘n’ roll μυθολογίας η διασκευή σου ξεπερνά το πρωτότυπο, φαινόμενο σπανιότατο.

Βέβαια το ποιες διασκευές συγκινούν τον καθένα είναι σε μεγάλο βαθμό βιωματικό. Όπως και το ποια βιβλία ή ταινίες αγαπά, τι ομάδα είναι, και το αν προτιμά τις κοκκινομάλλες από τις ξανθιές. Είχα γράψει κάπου, κάποτε, ότι οι καλύτεροι δίσκοι όλων των εποχών είναι αυτοί που άκουσες όταν ήσουν 14 χρονών και εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτό είναι αλήθεια. Όταν ήμουν λοιπόν 14 χρονών το αγαπημένο μου συγκρότημα ήταν οι Queen. Ένας από τους λόγους που αγαπούσα τους Queen ήταν το γεγονός ότι αυτό που έκαναν ήταν τόσο ξεχωριστό, τόσο διαφορετικό από οτιδήποτε έκανε οποιοσδήποτε άλλος, που θεωρούσα αδιανόητο να τους διασκευάσει κάποιος χωρίς να γίνει ρεζίλι. Και όμως, εδώ έγκειται η ιδιοφυία των Hayseed Dixie: Όπως όλοι οι μεγάλοι μετρ της παρωδίας (Mel Brooks, Jonathan Swift…), έτσι και αυτοί επιτυγχάνουν να βγάλουν γέλιο όχι απλώς χωρίς να γελοιοποιήσουν ή να γελοιοποιηθούν, αλλά αποτίοντας φόρο τιμής χωρίς κανείς να μπορεί να αμφισβητήσει ότι κατέχουν σε βάθος και σέβονται απόλυτα την πρώτη ύλη.

Το “14 χρονών” παραπάνω είναι ενδεικτικό βεβαίως, όχι δεσμευτικό. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, το τι μπορεί να τη σημαδέψει και σε ποια στιγμή. Όταν ας πούμε έχεις περάσει την παιδική σου ηλικία στα 70’s σε ένα σπίτι όπου αντί για Θεοδωράκη (είμαι από την Κύπρο, δεν είχαμε χούντα εμείς) ο μπαμπάς έχει δίσκους του Σαββόπουλου, και μεγαλώνοντας έχεις γίνει οπαδός του hard rock, ακούς μια μέρα στα 21 σου τις Ειδικές Δυνάμεις και τρελλαίνεσαι. Σου πατάνε ένα κουμπί ρε παιδί μου, πώς το λένε. Κι ας πίστευες ότι αυτό το κουμπί δεν λειτουργεί πια. Κούνια που σε κούναγε.

Μια που πιάσαμε αυτή την κουβέντα, ιδιαίτερη κατηγορία αποτελεί η διασκευή της διασκευής. Όλοι ξέρουν “το Hey Joe του Jimi Hendix”. Μόνο που δεν είναι του Jimi Hendrix. Μη με ρωτήσετε ποιος το έγραψε, δεν ξέρω, έχω ακούσει πάντως τουλάχιστον 3 εκτελέσεις παλαιότερες από τη διασκευή του Hendrix. Και δεκάδες μεταγενέστερες που στηρίζονται στο Hendrix, οι οποίες δε μου λένε τίποτα. Εκτός από αυτή. Η οποία είναι αριστούργημα. Οι mariachi αναφορές του Willy DeVille απογειώνουν το τραγούδι, και από το 1992 κι έπειτα μπορεί κανείς να μιλάει για “το Hey Joe του Willy DeVille” χωρίς να τον λιθοβολήσουν. Τουλάχιστον όχι μέχρι θανάτου, μερικά χαλίκια στο κεφάλι ίσως και να τα μαζέψει από τους κλάσικ ροκ Ταλιμπάν.

Το συνηθέστερο κίνητρο για να ηχογραφήσει κάποιος μια διασκευή είναι εμπορικό: Είσαι νέος καλλιτέχνης, θέλεις να δώσεις εύκολα και γρήγορα το στίγμα σου σε ένα κοινό που δεν σε γνωρίζει, διασκευάζεις λοιπόν μια γνωστή επιτυχία του Χ ο οποίος αποτελεί επιρροή/ίνδαλμα και ελπίζεις ότι η δισκογραφική σου εταιρεία θα μπορέσει να σε πλασάρει ως “recommended if you like X”. Βαριέμαι. Όταν όμως είσαι ο Mike Patton δεν έχεις ανάγκη κανέναν, κάνεις μόνο αυτό που γουστάρεις. Όπως ας πούμε να διασκευάσεις με εξωφρενικό τρόπο μουσικά θέματα από κινηματογραφικές ταινίες, και στα παπάρια σου αν θα πουλήσεις ή αν θα κάνεις τους casual φίλους των Faith No More να χεστούν από το φόβο τους. Αν πάντως η μουσική του Jerry Goldsmith από την “Προφητεία” κέρδισε Όσκαρ, η διασκευή των Fantomas έπρεπε να κερδίσει Πούλιτζερ, Νόμπελ και Champions League.

Κάποια στιγμή λοιπόν είχαν γίνει πολύ της μόδας τα tribute albums. Μαζεύονταν που λέτε 10 συγκροτήματα, έπιαναν το καθένα από ένα τραγούδι του τάδε θρυλικού καλλιτέχνη και… ιδού ένας δίσκος που πουλιέται εύκολα. Έχω πολλά tribute albums. Περισσότερα από όσα θα έπρεπε. Πολλά είναι για πέταμα. Όχι όμως το “Lost In The Stars”, ένα tribute στο μουσικό συνεργάτη του Bertolt Brecht, τον Kurt Weill. Τραγούδια γραμμένα την εποχή του μεσοπολέμου, δεκαετίες πριν εφευρεθεί το rock ‘n’ roll, επικαιροποιούνται με εξαιρετικό τρόπο στα χέρια των Tom Waits, Lou Reed (σκίζει εδώ, όχι Lulu και μαλακίες), John Zorn κλπ. Αυτός όμως που ξεχωρίζει είναι ο Todd Rundgren: Επιστρατεύει κάθε production trick των mid-80’s, ερμηνεύει σα να μην υπάρχει αύριο, προσθέτει κι ένα γαμάτο σόλο σαξόφωνο, και το αποτέλεσμα είναι… έπος। Αυτό. Έπος. Και το fade-out με κιθαριστικό σόλο, προσκυνώ!

Βασικά αυτό που ζητώ από μια διασκευή, αν δεν έχω γίνει σαφής ως τώρα, είναι να με εκπλήξει. Να μου παρουσιάσει μια άλλη οπτική του τραγουδιού, που δεν είχα φανταστεί ότι μπορεί να υπάρχει. Κορυφαίο παράδειγμα αυτό που πέτυχαν οι My Dying Bride με ένα τραγούδι των Lee Hazlewood και Nancy Sinatra: Το ψυχεδελικό ποπ διαμαντάκι μεταμορφώνεται σε ένα σκοτεινό τέρας που σου ξεριζώνει την ψυχή και στη δίνει να τη φας. Ωμή.

…Και όποιος κατάφερε να επιβιώσει από το προηγούμενο, ας τον αποτελειώσουμε με οποιαδήποτε διασκευή από οποιoδήποτε album της σειράς “American Recordings” του Johnny Cash. Προσωπική αδυναμία αυτή εδώ η διασκευή σε Nine Inch Nails, όπου ο Cash ακούγεται σα να απαγγέλλει τον ίδιο του τον επικήδειο. Κάθε φορά που το ακούω με αφήνει εξουθενωμένο. Σφίγγεται η ψυχή μου, θέλω να βάλω τα κλάματα, θέλω να πάω στο σπίτι του στο Tennessee για προσκύνημα, θέλω να ουρλιάξω, θέλω να τραγουδήσω, θέλω να το μοιραστώ με γνωστούς και αγνώστους, θέλω να σκοτώσω όποιον δεν συμφωνεί ότι είναι η καλύτερη διασκευή όλων των εποχών. Για σήμερα.

Bonus track: Mια φανταστική reggae εκδοχή του all-time classic των Pink Floyd από τον Alpha Blondy:

Το παρόν άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από αυτό το blog.

Teenage Music Geek


Η καρδιά του είναι στην Αθήνα και το σώμα του στο Ντουμπάι, εκτός από το συκώτι του που δεν θυμάται πού στο διάολο το έχει αφήσει. Κυνηγάει ψυχαναγκαστικά τις νέες κυκλοφορίες και στον ελεύθερό του χρόνο ακούει μουσική, γράφει για μουσική, γράφει για το γράψιμο για τη μουσική. Και διαβάζει για τη μουσική.