Οι Empty Frame και το love affair που λέγεται “Who Wants To Ride The Horse”

kaps11

Οι κανόνες της παλιάς βιομηχανίας λένε ότι το τρίτο album είναι το σημαντικότερο. Εκείνη είναι η make-or-break στιγμή για ένα recording συγκρότημα, εκεί κρίνεται το αν θα περάσει στο επόμενο επίπεδο ή θα παραμείνει μια ερασιτεχνική προσπάθεια, τότε θα δείξει κάποιος πραγματικά τα δόντια του.

Προσωπικά, διαφωνώ.

Δεν είναι οτι η βιομηχανία έχει άδικο, αλλά ότι οι καρδιές του κόσμου βγάζουν συμπεράσματα με διαφορετικούς ρυθμούς. Τα ντεμπούτα albums είναι ο ορισμός του κεραυνοβόλου έρωτα που ποτέ δεν ξεχνιέται και όταν ο ορθολογισμός νερώσει το πρώτο crush, το δεύτερο album είναι αυτό που θα επιβεβαιώσει ότι δεν είσαι τρελός που καψουρεύτηκες ένα σχήμα, ότι όντως το ένστικτό σου ήταν σωστό. Στο τρίτο, ο έρωτας έχει κάνει τον κύκλο του και επιτέλους έχει δώσει τη θέση του στην αληθινή αγάπη.

Έχετε ακούσει που λένε “Έρωτας είναι να κοιμάσαι αγκαλιά με κάποιον όλη τη νύχτα. Αγάπη είναι να καταλαβαίνεις ότι αυτό το πράγμα είναι τελείως άβολο, και να αφήνεις τον άλλον στην ησυχία του να κοιμηθεί σαν άνθρωπος” ;

Αν έπρεπε να το βάλεις αυτό σε δυο λέξεις, αυτές θα μπορούσαν να είναι “Empty Frame”.

Δεν είναι ώρες να κρυβόμαστε, είναι φίλοι, τους εκτιμούμε χρόνια, αγαπήσαμε χωρίς αύριο το “The Blackbird Flies”  και μετά από προσεκτική προετοιμασία έφτασε η ώρα και για τους δυο μας να αξιολογήσουμε τις ερωτικές μας παρορμήσεις. Αυτοί έστησαν μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας το “Who Wants To Ride The Horse” και από πλευράς μας ζυγίζουμε το βαρύ βήμα που λέγεται “τρίτο album”.

Έχει περάσει καιρός από τότε που άρχισα να το ακούω και η εντύπωση που έχω σήμερα είναι ακριβώς η ίδια που είχα σχηματίσει στα πρώτα δέκα λεπτά ακρόασης. Η επιτυχία του “WWTRTH” διαμοιράζεται σε 3 άξονες ορθολογικού υπολογισμού αλλα και πηγαίου συναισθήματος, ακριβώς όπως όλα τα διάσημα love stories.

Υπάρχουν φυσικά, τα πράγματα που έχουν μείνει ίδια. Λίγοι μπορούν να καυχιούνται ότι έχουν προσωπικό ήχο και με αυτούς τους Αθηναίους πάντα καταλάβαινες ποιον ακούς. Η ισορροπία των ήχων σε ένα σχήμα με 6 όργανα και 3 φωνές είναι πάντα ριψοκίνδυνη και για μια ακόμα φορά όλα έχουν το χώρο τους, όλα παίρνουν το χρόνο τους και η ανάμιξη τους είναι προσεκτική και μετρημένη. Οι αψεγάδιαστες στάθμες του ήχου, το ακέραιο παίξιμο, οι ολόσωστες φωνές. Ακούγομαι αχάριστος που τα θεωρώ δεδομένα όλα αυτά, στα οποία άπειροι άλλοι αποτυγχάνουν, αλλά δε φταίω, οι Empty Frame με κακόμαθαν.

Υπάρχουν και εκείνα που έχουν αλλάξει. Μπορεί το μουσικό στυλ να παραμένει στο πλαίσιο “Tindersticks-Που-Έχουν-Ανοίξει-Κανα-Βιβλίο” και “Madrugada-Χωρίς-Την-Εγωπαθή-Μανιοκατάλθιψη”, αλλά εδώ έχουμε ενέσεις αυθεντικής americana και κιθάρες που δε φοβούνται να φωνάξουν λίγο παραπάνω. Στο παρελθόν, οι ξεκάθαρες μελωδίες οδηγούσαν τα τραγουδια, τώρα θα χρειαστεί να τους δώσεις το χρόνο τους, να κάνουν τον κύκλο που απαιτείται και μετά θα αποκαλυφθεί η εικόνα. Λυπάμαι που αυτή η προσέγγιση μου στέρησε ένα hit όπως το “Helicopter”; Ναι, λυπάμαι πολύ γι’ αυτό. Με εξίταρε όμως που έσπασα το κεφάλι μου να δω ποια heavy metal μπάντα των προηγούμενων δεκαετιών (και πάντα στην καρδιά μας) μου θύμιζε μια αλληλουχία κιθαριστικών ακουστικών ακόρντων στο “Hide”. Νιώθω ότι ανταμείφθηκε η υπομονή μου να περιμένω το καινούριο (αποπροσανατολισμένο) album του Jack White πριν φτιάξω αυτό το review,  ώστε τώρα να μπορώ να καταλάβω πόσο θα ζήλευε να είχε εκεί μέσα το “Spirit”.

Πέρα όμως από τα μετρήσιμα μεγέθη του τι άλλαξε, τι έχει παραμείνει ίδιο, και τι θα μπορούσε να αξιολογήσει μια βιομηχανία, είναι γνωστό σε όλους ότι οι σχέσεις λειτουργούν διαφορετικά.

  • Αγαπήσαμε τους Empty Frame πριν το “…Horse”;
  • Σαιξπηρικά και χωρίς επιστροφή.
  • Και τώρα που αυτό το τρίτο album είναι στα χέρια μας;
  • Τώρα πια νομίζω θα τους άφηνα στην ησυχία τους, να κοιμηθούν σαν άνθρωποι…

Γιάννης Καψάσκης


Δισκοπώλης, θεωρητικός, με πάθος για τη σημειολογία, το σουηδικό metal και το ρολό κοτόπουλο