Οι NIN προσθέτουν βία και μαγεία

11

Οι Nine Inch Nails, σήμερα κυκλοφόρησαν το Add Violence , το δεύτερο κατά σειρά EP της τριλογίας μετά το Not The Actual Events κι εγώ ακονίζω τα νύχια μου για το τι επιφυλάσσει πάλι ο – αν μη τι άλλο – αγαπημένος μου Trent Reznor.

 
Βάζοντας το EP να παίζει παράλληλα (γιατί δεν κρατιέμαι), λίγα λόγια για το φαινόμενο NIN. Θα προσπαθήσω να είμαι αντικειμενική. Κι ας είναι οι καλύτεροι στον κόσμο.

 
Αμερικανοί, με καθόλου τυπικές φάτσες, βρίσκονται στην δισκογραφία από το 1989 ( Pretty Hate Machine) και από τότε έχουν γράψει οκτώ στούντιο άλμπουμ και κάμποσα EP. Ταγμένοι κυρίως στον industrial ήχο, κατάφεραν σε πολλές περιπτώσεις να βρεθούν στην κορυφή, αν και ανάμεσα σε όλα τα άλμπουμ τους υπάρχουν διαφορές και διαφορετικά μουσικά στοιχεία που πρωταγωνιστούν κάθε φορά.

 
Είναι one man project με τον Trent Reznor στον ρόλο του καπετάνιου. Για τους αδαείς της υπόθεσης, ο Reznor τραγουδάει, συνθέτει, παίζει, κάνει παραγωγές και γράφει τα σάουντρακ σε πραγματικά καλές ταινίες. Κοντεύει τα 60 (αλλά δεν του φαίνεται) και η μορφή του σίγουρα έρχεται σε αντίθεση με τον ψυχικό του κόσμο. Έχει φτάσει πολύ κοντά στον θάνατο, λόγω απαγορευμένων ουσιών και αλκοόλ, πράγμα που τον κράτησε για λίγο μακριά αλλά, εν τέλει, του προσέφερε μεγάλη παραγωγικότητα. Αποτύπωσε όλες τις σκέψεις του και τις σκοτεινές του στιγμές σε σχέση με αυτό σε πολλά –αν όχι σε όλα- τα κομμάτια με τρανό παράδειγμα το άλμπουμ The Downward Spiral (1994) στο οποίο περιγράφει το πώς έφτασε κοντά στην αυτοκτονία. Το happy end, ήρθε κοντά στο 2001, όπου συνέχισε αυτό για το οποίο είναι πλασμένος να κάνει και λίγα χρόνια αργότερα έγινε και ένας σωστός οικογενειάρχης.

 

 

Αφήνοντας στην άκρη το κουτσομπολιό για τον Reznor, επιστρέφω στο Add Violence που βγήκε σήμερα. Έχει πέντε κομμάτια τα οποία σου δίνουν το κατάλληλο hint για το πού κινείται η μπάντα αυτόν τον καιρό. Όπως και στο Not The Actual Events, μπορείς να τα χωρίσεις σε κομμάτια πιο ροκ και κομμάτια πιο synth με κάτι να παρεμβάλλεται στο ενδιάμεσο. Σίγουρα όχι κάτι μη αναμενόμενο για NIN, αλλά γίνεται με τέτοια μαεστρία που κάθε ένα σου αποτυπώνεται διαφορετικά από κάποιο παρόμοιο που μπορεί να σου έρθει στο μυαλό.

 
Παρόλα αυτά, πάντα είχα το καλό ή κακό συνήθειο να συνδέω τα καινούρια τους κομμάτια με τον ήχο κάποιου από τα παλαιότερα άλμπουμ, όχι για να τα συγκρίνω, ίσως πιο πολύ για την νοσταλγία.

 
Έτσι, ξεκινώντας το άκουσμα με το Less Than, που σίγουρα κατατάσσεται στα πιο pop tracks τους με μια 80ς χροιά, αμέσως πήγε το μυαλό μου σε εποχή Pretty Hate Machine με τα catchy ριφς και τα ηλεκτρονικά beats. Κάτι τέτοιο συνέβη και εδώ με πρωταγωνιστή το synth σε λίγο πιο ακραία και επεκτατική μορφή σε όλο το κομμάτι.

Ακολουθεί το The Lovers και έρχεσαι αντιμέτωπος με τον ερωτύλο –ας μου επιτραπεί η έκφραση- Reznor και την αυθεντία του στο πιάνο. Και αυτό ανήκει στα πιο synth κομμάτια του EP, αλλά στην προκειμένη το “ Take me into the arms of the lovers” και τα αισθησιακά του φωνητικά κλέβουν όλη την παράσταση.

Αναπόφευκτα, το This Isn’ The Place, σε πάει σε κάτι ανάμεσα στο Fragile και στο All That Could Have Been. Η φωνή του Reznor, όμως, εδώ, πέρα από σπαρακτική, είναι και εντελώς καθαρή από πρόσθετα εφέ. Αρκούν απλά οι ατμοσφαιρικές κιθάρες, τα πλήκτρα και ένα λίγο πιο δυνατό στα σημεία μπάσο synth για να βγει η τρυφερότητα του τραγουδιού.

 
Μέτα από την εν λόγω τρυφερότητα, το Not Anymore σε ξυπνάει για τα καλά, καθώς δεν λυπάται καθόλου τον θόρυβο και ο Reznor ακούγεται αρκετά θυμωμένος. Αναμφίβολα το πιο ροκ κομμάτι του EP και μακρινός συγγενής του She’s Gone Away από το προηγούμενο. Δεδομένης αυτής της συγγένειας, λοιπόν, και της εκτέλεσης του προαναφερθέντος στο όγδοο επεισόδιο του Twin Peaks, φαίνεται πως ο David Lynch και ο δικός του κόσμος, άθελα του ή μη, αποτυπώνεται πολλάκις στην μουσική του Reznor.

 
Το άλμπουμ κλείνει όσο καλύτερα θα μπορούσε, με το The Background World. Κομμάτι ξεκάθαρα για αληθινούς fans των NIN, σε ρυθμούς και αισθητική που υπηρετούν το Closer (if you know what I mean). Τα τελευταία έξι λεπτά τελούν πλήρης αποσύνθεσης και παραμόρφωσης στον ήχο, που είτε σου προκαλούν νευρικότητα είτε φαντάζουν ιδανι(ν)κά.

Το Add Violence, είναι όλα αυτά που αναγράφονται στο εξώφυλλό του. Χάος, άγχος, αυτογνωσία, διέγερση. Σίγουρα, η προσμονή για ένα ακόμα full length άλμπουμ θα υπάρχει πάντα, ωστόσο είναι αρκετά λυτρωτικό όταν η αγαπημένη σου μπάντα χαίρεται να μοιράζεται και να σου αποκαλύπτει στοιχεία της πορείας της.

 
ΥΓ: Όταν κυκλοφορήσει το LP, θα τα ξαναπούμε.

Σάντρα Δημητρέλου


Αρέσκομαι να ξεψαχνίζω ό,τι έχει να κάνει με μουσική και φιλοδοξώ να γίνω μια τζαζ πιανίστρια. Μισώ τον Μπαχ και τα μακαρόνια.