Υπάρχει χώρος στο επιτηδευμένο internet για ένα παραδοσιακό review; Αυτός είναι ο δίσκος της Chelsea Wolfe

0005033520_10

Χθες το βράδυ ήταν μια σπάνια νύχτα. Δεν ακολούθησα το συνηθισμένο μου πρόγραμμα και αυτό κατέληξε στο να βάλω να ακούσω ένα album σε κανονική ένταση λίγο μετά τις 2 το ξημέρωμα. Ναι party kids, το ξέρω ότι δεν ακούγεται εντυπωσιακό, αλλά για μένα και τη ζωή μου, είναι.

Για χάρη της Chelsea Wolfe έσπασα τη ρουτίνα μου και ενώ δεν είμαι σίγουρος αν το ταξίδι με αντάμειψε, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο για πραγματικό trip. Όταν λέω δεν είμαι σίγουρος, δεν εννοώ ότι συνάντησα κάτι άσχημο, ή κάτι κακοφτιαγμένο. Το αντίθετο.

Το θέμα είναι ότι κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος ότι απορροφώντας αυτό το δίσκο, βρέθηκε στο μέρος που η Chelsea στόχευε να βρεθεί. Γιατί πως μπορείς να είσαι σίγουρος για το οτιδήποτε ενώ βυθίζεσαι σε ένα album που φιλοδοξεί να αναπαραστήσει ‘την κατάσταση όπου ενώ ονειρεύεσαι, ξυπνάς φευγαλέα και ξανακοιμάσαι αμέσως, πέφτοντας πάλι στο ίδιο όνειρο, βουλιάζοντας στο υποσυνείδητό σου’, όπως εξήγησε η ίδια στο Rolling Stone;

Δύσκολο task, όμως προσωπικά με γοητεύει το γεγονός ότι η καλλιτέχνης δίνει ένα πλαίσιο για τη δουλειά της, που σημαίνει το έχει σκεφτεί διεξοδικά, σε αντίθεση με τη μαρκετίστικη απάντηση του κώλου «θέλουμε ο ακροατής να ερμηνεύσει το δίσκο με το δικό του τρόπο και να βρει μόνος τις απαντήσεις». Φίλε artist, αν μπορείς να αναπαράγεις πειστικά μια ατμόσφαιρα, μια διάθεση, ένα mindframe βρε αδερφέ, απλά το κάνεις. Αν ο σκοπός σου είναι να πουλήσεις τα δέκα τραγούδια που έγραψες φέτος back to back, είσαι ελεύθερος να γίνεις όσο μπακάλης σου επιτρέπει η παιδεία σου.

Η Chelsea Wolfe δεν έχει αυτό στο μυαλό της. Οι ρίζες και τα υλικά του “Abyss”  δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Αυτό το neo dark folk με σκανδιναβικές drone φιοριτούρες δεν είναι party material. Ο Mike Sullivan των Russian Circles που παίζει εδώ κιθάρα, έχει ένα άρωμα από μόνος του. Ο παραγωγός John Congleton των St.Vincent και Swans, δύσκολα θα άφηνε κάτι αχαρτογράφητο.

Είναι ενδιαφέρον πως κάποιοι νέοι αμερικανοί έχουν αγκαλιάσει τη σκανδιναβική blackmetal κουλτούρα και την ξεγεννούν από την αρχή, σε φρέσκα πλαίσια. Φυσικά, πέρα από μερικές εμπνευσμένες drone ατμόσφαιρες δε μπορεί να πει κανείς ότι αυτός ο δίσκος θα «φορεθεί» από τυπάδες με corpsepaint, όμως αν ψάξει κανείς τις μικρές σημειολογικές λεπτομέρειες, υπάρχουν πολλά πράγματα να βρει.

Δεν είναι album που θα απολαύσεις, είναι album που θα σε εξαγνίσει και θα σε αφήσει πεντακάθαρο. Πιστεύεις ότι δε χρειάζεσαι κάτι τέτοιο;

Γιάννης Καψάσκης


Δισκοπώλης, θεωρητικός, με πάθος για τη σημειολογία, το σουηδικό metal και το ρολό κοτόπουλο