Υπάρχουν γνώμες που χρειάζεσαι, υπάρχουν και γνώμες που δε χρειάζεσαι

royal

Και πολλές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τις μεν από τις δε. Τις απορροφάς όλες και μπερδεύεσαι. Γιατί; Πρώτα από όλα, επειδή όσον αφορά τη μουσική έχεις την αγάπη να σε τυφλώνει και δε θες να χάσεις τίποτα. Και δεύτερον, επειδή τις περισσότερες φορές συγχέεις το μήνυμα με τον πομπό. Δίνεις σημασία σε κάτι που λέει ο τάδε επειδή είναι αυτός που είναι και όχι σε αυτό που άκουσες. Είναι λογικό. Η αξιοπιστία του ανθρώπου έχει βαρύτητα και ορθώς συνυπολογίζεται. Αρκεί να μην παραβλέπουμε και το περιεχόμενο του μηνύματος.

Έχω ένα γνωστό, που είναι φοβερός τύπος. Είναι σε εκείνη τη φάση λίγο μετά τα 40, που έχει ακούσει πολλή μουσική, έχει μαζέψει στο σπίτι του πολλή μουσική, συνεχίζει να αγοράζει πολλή μουσική. Έχει ξεκαθαρίσει ποιοι ήχοι τον ενδιαφέρουν, ψάχνεται με καινούρια, και έχει ξεκάθαρη και solid γνώμη.

Με έχει ξορκίσει να μη χάσω live τους Swans, να ακούσω οπωσδήποτε τη συνεργασία Scott Walker / Sunn O))) και δεν παραλείπει να τσεκάρει τι καινούριο βγάζει η Svart Records. Ο τύπος με έχει σώσει, μου έδωσε με το ζόρι στο χέρι το “Black Gladiator” του Bo Diddley, μου έμαθε τους Big Boss Man και τους The Yes-Men.

Και προχτές, αυτή μας η σχέση τραντάχτηκε εξαιτίας των Royal Blood.

Αυτοί, μου άρεσαν πολύ. Όλα ξεκίνησαν όταν διάβασα μια συνέντευξη του Jimmy Page όπου έλεγε ότι τους πέτυχε κάπου live (σε κάποια εκδήλωση, σιγά μην πάει σε συναυλία) και του έκανε μεγάλη εντύπωση το δέσιμο των δυο και η αλληλεπίδραση που έχουν μεταξύ τους πάνω στη σκηνή. Τους είδε λέει για μια ώρα χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια του και ευχαρίστως θα τους έβλεπε μια ώρα ακόμα. Σοβαρό κοπλιμέντο, τελεία.

Μέχρι σήμερα, οι Royal Blood είναι πασίγνωστοι και δεν έχει νόημα να περιγράψουμε τι και πως, ας αρκεστούμε στο ότι είναι ένα δίδυμο από το Brighton σε μπάσο/φωνή και τύμπανα, η παραμόρφωση των 4 χορδών είναι εξωπραγματική, οπότε ακούγεται σαν κιθάρα και το όλο debate έχει νόημα στο επίπεδο του αν θυμίζουν περισσότερο White Stripes ή Black Keys ή Queens Of The Stone Age. Έχουν πραγματικά ωραία κομμάτια και το ότι δεν έχει γρέζι η φωνή, μόνο καλό τους κάνει, οι πόρτες ανοίγουν διάπλατα.

Έχει έρθει στη δουλειά αυτός ο γνωστός λοιπόν, και καθώς τριγυρνάμε στα ράφια κοιτώντας τι καινούριο έχει έρθει, πέφτουμε πάνω στους Royal Blood. Το δείχνω και παίρνω την απάντηση «Παιδική μπάντα. Αυτά είναι σκουπίδια. Παίζει ο άλλος το μπάσο σαν κιθάρα και νομίζει ότι κάτι κάνει».

Δεν έπεσα και από τα σύννεφα, θέλω να πιστεύω ότι δεν υπάρχει κουβέντα γύρω από το μουσικό γούστο που μπορεί να με σοκάρει, δεν του άρεσαν, σιγά το πράγμα. Έχουμε γκρεμίσει τα καλλιτεχνικά τοτέμ εδώ και χρόνια και είναι πάγια πεποίθηση ότι ο καθένας μπορεί να αποθεώνει και να σκουπιδιάζει το οτιδήποτε. Δε με ενόχλησε που ένας ωραίος τύπος απαξίωσε τον τελευταίο μου ενθουσιασμό. Υπάρχει όμως εδώ ένα μεγάλο «αλλά».

Η φράση κλειδί της προηγούμενης παραγράφου είναι το «…εδώ και χρόνια…». Δε με χάλασε αυτό που είπε, αλλά θα μπορούσε να με αποκαρδιώσει. Αν ήμουν μικρότερος και είχα κάποιον σε εκτίμηση (γνωστό, μεγαλύτερο αδερφό, συντάκτη στο αγαπημένο μου περιοδικό, καλλιτέχνη) και έφτυνε μεγαλοπρεπώς κάτι που με συγκίνησε, κάτι νέο που αντιπροσωπεύει τη δική μου γενιά και περισσότερο από όλα, κάτι που ανακάλυψα μόνος χωρίς να με πατρονάρει κάποιος, θα έπεφτα στα Τάρταρα.

Άπαξ και χτίσεις χαρακτήρα, δε σε νοιάζει. Όλοι πλέον ξέρουμε ότι πρέπει να είσαι ηλίθιος για να θεωρείς τη μουσική κάποιου άβατο και δόγμα. Αυτό το κουφάρι ψόφησε και βρώμισε, δεν υπάρχουν θεοί, δεν υπάρχουν ιεροσυλίες, δεν υπάρχουν απυρόβλητα. Αν θες τέτοια, διάλεξε μια οργανωμένη θρησκεία και καλά ξεμπερδέματα. Το να τσαλαπατήσεις έναν μικρό όμως, δε συγχωρείται.

Δεν έχω εμπιστοσύνη στους γέρους σε αυτό το θέμα. Πάντα θα το κάνουμε. Το focus εδώ πέφτει στους νέους. Είναι αυτό που λέει ο τίτλος. Υπάρχουν γνώμες που χρειάζεσαι και γνώμες που δε χρειάζεσαι. Πως τις ξεχωρίζεις; Εύκολο.

Δε δίνεις ποτέ σημασία σε κάποιον που θα σου πει τι να μην ακούσεις. Για οποιαδήποτε μουσική, για οποιοδήποτε δίσκο. Εφόσον σου έκανε κάτι, το κρατάς. Μπορεί να αλλάξεις γνώμη κάποτε, δεν έχει σημασία. Θα είναι επειδή το έκανες εσύ, όχι επειδή σήκωσε ψηλά τη μύτη του κάποιος αρχιδόμπεης με περισσότερα ραφτά από σένα.

Αντιθέτως, πάντα επενδύεις χρόνο σε κάτι που σου προτείνουν. Αν η πηγή είναι και αξιόπιστη, λίγο περισσότερο. Όταν θα απλώσει κάποιος το χέρι του και θα σου δανείσει ένα δίσκο από το ράφι του, ή όταν θα σου στείλει ένα link ή όταν θα σε καλέσει σε ένα live (να πας, όχι μόνο attend στο facebook ε;), ξέρεις ότι το γραναζάκι της ζωής της μουσικής έκανε μια μικρή στροφή ακόμα.

Μπορεί η πρόταση να είναι μαλακία, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Είναι μεταφυσικό το πόσο εύκολα ξεχνάς τις αποτυχημένες προτάσεις όταν βρεις εκείνο το ένα cd που θα σε ανακατώσει για πάντα.

Και τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι καιρός να σταματήσουμε να αραδιάζουμε σειρές για αυτονόητα πράγματα;

 

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στο blog G.R.A.F.I.A.S.

Γιάννης Καψάσκης


Δισκοπώλης, θεωρητικός, με πάθος για τη σημειολογία, το σουηδικό metal και το ρολό κοτόπουλο