Είναι το rock n roll του κλασικού μαέστρου

118133113

Το έχουμε τυπωμένο στο μυαλό μας σαν περιθωριακή συμπεριφορά. Σαν παθογένεια αστικής τέχνης. Οι τσαμπουκάδες μεταξύ μουσικών προσφέρονται στην καλύτερη σαν αντικείμενο κουτσομπολιού, στη χειρότερη σαν ένδειξη της rock κατάπτωσης. Προφανώς επειδή εκείνοι είναι που τα κάνουν αυτά. Είναι πασίγνωστο, οι ροκάδες τρώγονται σαν τα σκυλιά. Blackmore – Gillan, Axl Rose – Slash, Waters – Gilmour, Von Karajan – Sviatoslav Richter. Ει, περίμενε, ποιος;

Θα ήταν υπέροχο να υπάρχει ως μετρήσιμο μέγεθος η ανθρώπινη εκκεντρικότητα και να βάζαμε σε μια ζυγαριά τον Richter και τον Karajan.

Ο πρώτος, ο σπουδαιότερος πιανίστας του προηγούμενου αιώνα. Επίσης, φανατικός της λεπτομέρειας και προασπιστής της θεωρίας ότι ο εκτελεστής της κλασικής θα πρέπει να αποδίδει το έργο του συνθέτη μέχρι  κεραίας και εφόσον είναι ταλαντούχος, να φανεί και η δική του λάμψη. Ο τύπος ήταν άρρωστος, έχει πάει backstage σε κονσέρτο που παρακολουθούσε σαν θεατής για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Perahia, επειδή άλλαξε κάτι στην 3η σονάτα του Σοπέν. Υπερβολικό; Μπορεί και χειρότερα. Σε δική του ηχογράφηση, κατάλαβε εκ των υστέρων ότι έπαιξε μια νότα λάθος. Μια. Ασυγχώρητη συμπεριφορά απέναντι στο Ιταλιάνικο Κονσέρτο του Μπαχ. Εφόσον δε μπορούσε να διορθωθεί, απαίτησε να μπει σημείωση στο πίσω μέρος του album, που να εξηγεί το λάθος.

Ο δεύτερος, ο μεγαλύτερος μαέστρος, ίσως της ιστορίας. Απόλυτος, μεγαλοφυής και κλωτσημένος από τον εγωκεντρισμό του όσο δεν πάει, συμπεριφερόταν ως αυτοκράτορας, πάντα και παντού. Απαιτούσε την τελειότητα από τον κάθε έναν μουσικό και χρησιμοποιούσε τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου σαν το παιχνίδι του. Πραγματικός Ναζί ακόμα και με διάσημους σολίστ και τενόρους (όχι, αλήθεια, ήταν γραμμένος το Ναζιστικό Κόμμα κατά το 2ο Παγκόσμιο) λέγεται ότι ελάχιστες φορές δεν πέρασε το δικό του, άσχετα με το ποιον είχε απέναντί του. Ο τύπος δε μάσαγε μία, τα είχε θαλασσώσει σε τραγικό βαθμό (ξέχασε ένα σημείο και πελάγωσε τη χορωδία ερμηνεύοντας Wagner), παρουσία του Χίτλερ, ο οποίος τα πήρε κρανίο και απαίτησε να τον διώξουν, αλλά επειδή ήταν κάπως αναντικατάστατος (και του είχε αδυναμία ο Γκέμπελς), κράτησε τη θέση. Κυκλοφορεί και ένα μάλλον αληθινό ανέκδοτο για τον Karajan, που λέει ότι μπήκε κάποτε σε ένα ταξί στη Ρώμη και όταν τον ρώτησε ο οδηγός που να πάει, του απάντησε «Οπουδήποτε, παντού με χρειάζονται».

Αυτούς λοιπόν τους δύο, σκέφτηκε κάποιος ιθύνων της Deutsche Grammophon, να τους βάλει να ηχογραφήσουν μαζί.

Ο Ουκρανός της ΕΣΣΔ  που έπαιξε σολίστ στην κηδεία του Στάλιν, και ο Αυστριακός (αν και ο προ προ πάππους του μετανάστευσε το 1767 στη Βιέννη από την Κοζάνη, ο υφασματοποιός Γιώργος Καραγιάννης με τ’ όνομα, που τον έκανε Von ο αυτοκράτορας επειδή τον έντυνε φιγουρίνι) κολλητός του ηγέτη προπαγάνδας του 3ου Ράιχ.

Για να είμαστε δίκαιοι βέβαια, ουδέποτε υπονοήθηκε ότι η εχθρότητα μεταξύ τους είχε τέτοια ερείσματα. Η κόντρα όμως, ήταν εκεί.

Η συγκεκριμένη κυκλοφορία, όπως συνηθίζεται στις κλασικές ηχογραφήσεις, περιέχει δυο ξεχωριστά μέρη. Το 2ο Κονσέρτο του Ραχμάνινοφ και το 1ο του Τσαϊκόφσκι. Προφανώς σε performance τέτοιου βεληνεκούς (οι κορυφαίοι συμμετέχοντες, σε αριστουργηματικές συνθέσεις, υπό τη στέγη της top δισκογραφικής εταιρείας) δε χωράνε αμφισβητήσεις. Εκτός αν είσαι πιουρίστας της κλασικής μουσικής, πολύ αναλυτικός και λίγο κουτσομπόλης.

Εδώ μπαίνουμε εμείς στην ιστορία. Στο δισκοπωλείο που δουλεύω, συχνάζει ένας φανταστικός τύπος. Ο κύριος Δημήτρης. Βαθύς γνώστης της κλασικής, που έχει αφιερώσει χρόνια στη μελέτη της και με οξύ πνεύμα. Ο cool παππούς που όλοι ελπίζουμε να γίνουμε κάποτε. Λίγες μέρες πριν λοιπόν, ήρθε με την πρωινή παραλαβή, το συγκεκριμένο βινύλιο. Το βλέπει και αμέσως έρχεται να μου πει ότι στους inner circles των gurus, αυτό το συγκεκριμένο κουβαλάει μια ρετσινιά και να μην το προτείνω στον κόσμο.

Περίεργο για τόσο glamorous κυκλοφορία; Κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα. Και μου εξηγεί. Ότι ναι μεν, το μέρος του Ραχμάνινοφ είναι αξιοπρεπέστατο, αλλά στο αντίστοιχο του Τσαϊκόφσκι, κάτι δεν πάει καλά. Δεν τα έβρισκαν οι δυο ήρωες μας στην απόδοση του έργου. Και ενώ ο Richter έχει ακόμα πράγματα να δώσει, είναι η διαφορετική αντίληψη του Karajan, που τον φρενάρει. Οπότε και ο ένας δεν λειτουργεί με τη γνωστή βελούδινη ροή του, αλλά και ο άλλος ακούγεται μέτριος σε σχέση με τα υψηλά του standards. Και όπως συζητιέται από το 1959 μέχρι αυτή τη στιγμή που το γράφω, οι καβγάδες τους στάθηκαν παροιμιώδεις.

Να πω την αλήθεια μου, εγώ που το άκουσα μου φάνηκε απλά υπέροχο. Εφόσον όμως υπάρχει τέτοια αυστηρή προειδοποίηση, πως θα μπορούσα να την αγνοήσω;

Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση από το Artcoremagazine.gr 

Γιάννης Καψάσκης


Δισκοπώλης, θεωρητικός, με πάθος για τη σημειολογία, το σουηδικό metal και το ρολό κοτόπουλο