Κανένας δεν ξεπουλάει τη Μακεδονία

πρεσπες

Στις 17 Ιουνίου του 2018, στις Πρέσπες, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ υπέγραψαν τη συμφωνία η οποία έβαζε τέλος στη διένεξη 27 χρόνων αναφορικά με το όνομα της γειτονικής χώρας και δημιουργούσαν νέα δεδομένα για την κοινή πορεία των δύο χωρών. Πλέον, μετά το δημοψήφισμα και τις αλλαγές στο σύνταγμα της ΠΓΔΜ, το ελληνικό κοινοβούλιο καλείται να κυρώσει τη συμφωνία που θα αλλάξει για πάντα το ρου της ιστορίας.

Το πρόβλημα που παρουσιάζεται στην ελληνική επικράτεια αναφορικά με τη συμφωνία είναι οι εθνικιστικές φωνές που αντιτίθενται σε αυτή. Οι αναφορές στη «μία και μοναδική Μακεδονία που είναι ελληνική», η αντίθεση στην αναγνώριση μακεδονικής υπηκοότητας και γλώσσας και οι θεωρίες περί αλυτρωτισμού από τη γειτονική χώρα κατακλύζουν τον κοινωνικό διάλογο προσπαθώντας να σταματήσουν την κύρωση αυτής της συμφωνίας.

Όμως τα ιστορικά δεδομένα αλλά και η ίδια η συμφωνία δε χωρούν αμφισβήτησης. Αποτελούν τη βάση για τη δημιουργία μιας σχέσης σεβασμού και εμπιστοσύνης ανάμεσα στα δύο κράτη και δύνανται να καταστήσουν την Ελλάδα δύναμη σταθερότητας στην περιοχή.

Αρχικά, το επιχείρημα περί μίας και μοναδικής ελληνικής Μακεδονίας καταρρέει από την ιστορική αλήθεια της ύπαρξης της συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1913 όταν η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας μοιράστηκε στην Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Τα σημερινά εδάφη της ΠΓΔΜ αποτελούν το κομμάτι που είχε προσαρτήσει η Σερβία με βάση αυτή τη συνθήκη. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 της Συμφωνίας των Πρεσπών αναφέρει ότι ο αρχαίος Μακεδονικός πολιτισμός αποτελεί αναφαίρετο κομμάτι του ελληνισμού και η μοναδική σύνδεση των πολιτών της ΠΓΔΜ με την έννοια της Μακεδονίας αποτελεί η γεωγραφική περιοχή στην οποία κατοικούν.

Αναφορικά με τη γλώσσα του γειτονικού κράτους, η παράγραφος 4 του άρθρου 7 καθιστά σαφές ότι η μακεδονική γλώσσα την οποία ομιλούν οι κάτοικοι της ΠΓΔΜ δεν έχει καμία σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό και ανήκει στην οικογένεια των Νότιων Σλαβικών γλωσσών κάτι που έχει αναγνωριστεί στη συνδιάσκεψη του ΟΗΕ στην Αθήνα το 1977. Επίσης, η υπηκοότητα των πολιτών της ΠΓΔΜ που αναφέρεται ως μακεδονική δεν αφορά την εθνοτική τους καταγωγή η οποία ορίζεται ως σλαβική κάτι που είχε παραδεχθεί ο πρώτος πρόεδρος της χώρας Κίρο Γκλιγκόροφ το 1992.

Μέσω της Συμφωνία των Πρεσπών καταρρίπτεται οποιαδήποτε αλυτρωτική διάθεση της ΠΓΔΜ καθώς πλέον το σύνταγμα της αναφέρει ρητά ότι σέβεται τα υπάρχοντα σύνορα κάθε γειτονικής χώρας, κλείνοντας για πάντα και αυτό το κεφάλαιο.

Αυτή η συμφωνία μπορεί να καταστήσει την περιοχή των Βαλκανίων ασφαλέστερη, ανοίγοντας διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των χωρών της ενώ η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει σημαντικό διπλωματικό παράγοντα, κάτι που έχει κάνει στο παρελθόν.

Η αντίθεση στη Συμφωνία των Πρεσπών είναι αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα του κάθε πολίτη. Είναι ανάγκη όμως να βασίζεται στη λογική, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει πράξει η αντίθετη πλευρά η οποία υιοθετεί μια οξεία ακροδεξιά ρητορική δίνοντας τη δυνατότητα σε νεοναζί και φασίστες να εισέρχονται και να διαλύουν ειρηνικές διαδηλώσεις διχάζοντας ακόμη περισσότερο την κοινωνία.

Η Ελλάδα οφείλει να πορευθεί με βάση τα ιστορικά δεδομένα, αντιλαμβανόμενη την ανάγκη για ειρηνική συνύπαρξη των λαών και επιδιώκοντας πάντα διπλωματικούς συμβιβασμούς που οδηγούν σε αυτή.

Parker George


Wannabe δημοσιογράφος, με επαναστατικές ρίζες σφυρηλατημένες στην Αβάνα. Ξεχασμένος σε μια γωνιά του ευρωπαϊκού νότου.