Ο Nick Cave και η κάθαρση που δεν ήρθε ποτέ

cave_head

Μετά από 9 χρόνια απουσίας του, ο Αυστραλός κύριος με την συνοδεία -βεβαίως βεβαίως- της μπάντας του, Bad Seeds, μας έκανε την τιμή να συμπεριλάβει την Αθήνα στην ευρωπαϊκή του περιοδεία που φέρει το όνομα Skeleton Tree tour. Σίγουρα θα προτιμούσα να μην υπήρχε η αφορμή για αυτό το tour ή για τον ομώνυμο δίσκο (Skeleton Tree, 2016), καθώς αποτελεί, κυρίως, την κραυγή απόγνωσης του Nick Cave για τον χαμό του γιου του, πράγμα που δε σημαίνει ότι μας λυπήθηκε και σε όλα τα προηγούμενα albums του. Η αλήθεια είναι, πως η θλίψη, ο θάνατος, η αγάπη, η θρησκεία και η βία, στη μουσική έχουν κοινό παρονόμαστη τον ίδιο τον Cave.

cave1

Αισιόδοξη δε με λες ούτε με σφαίρες. Δεν ξέρω, λοιπόν,  πώς είχα την πεποίθηση ότι για το live του Nick Cave θα ήταν οκ να περιμένω μέχρι και 8 μήνες μετά την αρχή της προπώλησης. Η συναυλία άρχες φθινοπώρου ήταν ήδη sold out και κάπως το είχα πάρει απόφαση ότι η αναβλητικότητα που με διακατέχει τύχη δε θα μου επέτρεπε να δω τον αγαπημένο μου καλλιτέχνη επί Γης ζωντανά. Δεν το κρύβω ότι καθησυχάστηκα λίγο με την ανακοίνωση μιας ακόμη εμφάνισής του το καλοκαίρι (aka event “αν είσαι τόσο βλήμα, μην πάρεις ούτε τώρα εισιτήριο”), αλλά, εν τέλει, η εν λόγω “τύχη” ήταν με το μέρος μου.

cave4

Στο κατάμεστο από πολύ νωρίς γήπεδο του Tae Kwon Do, κατάφερα να πιάσω μια ασφυκτικά καλή θέση στη δεύτερη σειρά από τη σκηνή. Η αναμονή είναι κάτι που δεν μου κάνει πλέον αίσθηση, πόσο μάλλον για ένα live όπως αυτό. Ίσα ίσα, πιστεύω ότι κατά βάθος πιο πολύ εποικοδομητική είναι. Χαζές και αδόκιμες παρατηρήσεις, καβγάδες, ανούσια χειροκροτήματα και σφυρίγματα δύο ώρες πριν ανέβει καν ο πρώτος τεχνικός στη σκηνή, φωνές που παριστάνουν άνα ένα λεπτό το 141, όλα αυτά συντελούν στο να διεγερθείς ακόμα περισσότερο γι αυτό που πρόκειται να βιώσεις. Και ένας τύπος με γενειάδα και γαλάζιο γιλέκο εν ονόματι Ψαραντώνης αραγμένος κάπου στη δεξιά κερκίδα

cave5

Μισή ώρα μετά την καθορισμένη έναρξη του live, σβήνουν τα φώτα στο κοινό και ανάβουν ένα ένα αυτά της σκηνής. Πρώτοι οι Bad Seeds με τελευταίο τον Warren Ellis πήραν τις θέσεις τους στο stage για να παίξουν το κλασικό intro για την είσοδο του κομψοτάτου Nick Cave. Ασφαλώς και είχα ξεψαχνίσει όλα τα setlists των προηγούμενών τους εμφανίσεων μέσα στην χρονιά και οι διαφορές μεταξύ τους ήταν σχεδόν μηδαμινές, οπότε ήξερα σε ένα μικρό ποσοστό τί θα επακολουθήσει. Τελικά, δεν είχα ιδέα.

Από το Anthrocene μέχρι το Skeleton Tree και λίγα λεπτά αργότερα μέχρι το Push The Sky Away, τα συναισθήματα έδιναν και έπαιρναν. Η συγκίνηση και το σοκ της αρχής ήταν κοινά για όλους τους παρευρισκόμενους. Μετά τα δύο-τρία πρώτα κομμάτια, καταλαβαίνει κανείς ότι εχει να κάνει με τον απόλυτο “μαέστρο”. Δεν υπήρξε μισό κομμάτι να μην είχε κάποια επαφή με το κοινό. Δεν υπήρξε μισό λεπτό να μη μεταδώσει την ενέργεια του και τα αισθήματά του. Δεν υπήρξε μισό βλέμμα  που δεν ήταν καρφωμένο πάνω του. Δεν υπήρξε μισός άνθρωπος να μη θέλει να αγγίξει το χέρι του.

cave2

Τα περισσότερα κομμάτια ήταν από τους δύο τελευταίους του δίσκους,  χωρίς βέβαια να λείπουν και τα κλασικά αριστουργήματα των παλαιότερων χρόνων. Αδιαμφισβήτητα, το Push The Sky Away (2013) και το Skeleton Tree (2016) εμπεριέχουν συνθέσεις πιο μινιμαλιστικές, πιο μπλουζ ή και πιο ambient και πραγματεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό την ανθρώπινη ύπαρξη αλλά και τον ανθρώπινο πόνο και την απώλεια. Κομμάτια δηλαδή που όταν τα ακούς σου προξενούν μια θλίψη. Και αυτή η θλίψη νομίζω ήταν που ήθελε να επισκιάσει ο Nick Cave τραγουδώντας ενδιάμεσα και κομμάτια όπως το Tupelo, το Red Right Hand ή το Mercy Seat, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και ο ίδιος δεν ήθελε να εξαντλήσει τον δαιμονισμένο με punk κατάλοιπα εαυτό του, που φανερώνει σε κάθε παράστασή του.

cave3

Η θεατρικότητα αλλά και η αψεγάδιαστη φωνή, που τολμώ να πω πως ήταν και καλύτερη από τις ηχογραφήσεις του, συνεπήραν έως και τον τελευταίο θεατή. Βλέποντας την φιγούρα του να πηγαινοέρχεται καθ’ όλη τη διάρκεια του show σε όλο το μήκος της σκηνής, δεν είναι δύσκολο να διακρίνεις ότι μέσα του συγκρούεται ο κόσμος ενός ατίθασου παιδιού αλλά και ενός στοργικού πατέρα, που άλλες φορές ορμάει πάνω σου και άλλες βουρκώνει και σου λέει πόσο σε χρειάζεται.

Τα τελευταία 15 περίπου λεπτά, ήταν ίσως τα πιο συγκλονιστικά και φαντασμαγορικά ολόκληρου του show. Διασχίζοντας κυριολεκτικά όλο το γήπεδο κατά τη διάρκεια του The Weeping Song, ο κύριος “Σπηλιάς”, βρέθηκε στις κερκίδες μετατρέποντας περίπου δέκα χιλιάδες κόσμο σε προσωπικές του μαριονέτες. Επιστρέφοντας, προσκάλεσε όλο το κοινό να μοιραστεί τη σκηνή μαζί του για το εκρηκτικό Stager Lee και το ισοπεδωτικό, τελευταίο κομμάτι, Push The Sky Away.

cave6

cave7

Είναι γεγονός πως μέσα σ’ αυτές τις δύο ώρες, ήταν αδύνατο να επικεντρωθείς σε οτιδήποτε άλλο πέρα από την επιβλητική παρουσία του Cave, ωστόσο θα ήταν ιεροσυλία να μην εκτιμήσεις την αυθεντία του Warren Ellis σε όλα τα έγχορδα, αλλά και τα μαγικά φωνητικά που έκανε σχεδόν ολόκληρη η μπάντα Seeds.

Προσπαθώντας να γίνω αντικειμενική, θα πω πως το καλύτερο live της ζωής μου θα ήταν αυτό που το δέος, η λύπη και ο θαυμασμός θα εναλλάσσονταν συνεχώς μεταξύ τους. Αυτό από το οποίο θα θυμόμουν την πιο μικρή, αστεία λεπτομέρεια και το πιο έντονο συναίσθημα μετά από δεκαετίες σαν να άκουσα την τελευταία νότα πριν από πέντε λεπτά. Και ο Nick Cave έχει θέσει, έως τώρα, την πιο ισχυρή υποψηφιότητα.

Photos: Γεωργία Λαδοπούλου

Σάντρα Δημητρέλου


Αρέσκομαι να ξεψαχνίζω ό,τι έχει να κάνει με μουσική και φιλοδοξώ να γίνω μια τζαζ πιανίστρια. Μισώ τον Μπαχ και τα μακαρόνια.