Ο Borges, η Dusty Springfield και η κόλαση

dust

«Ονειρεύτηκα ότι έβγαινα από ένα άλλο όνειρο – γεμάτο σάλο και κατακλυσμούς – κι ότι ξυπνούσα σ’ ένα δωμάτιο που δεν το αναγνώριζα. Ξημέρωνε: ένα στάσιμο διάχυτο φως σκιαγραφούσε το πόδι του σιδερένιου κρεβατιού, τη λιτή καρέκλα, την κλειστή πόρτα και το κλειστό παράθυρο, το γυμνό τραπέζι. Σκέφτηκα με τρόμο: «πού βρίσκομαι;» και κατάλαβα πως δεν ήξερα. Σκέφτηκα: «ποιος είμαι;» και κατάλαβα πως δε με γνώριζα. Ο φόβος μέσα μου μεγάλωνε. Σκέφτηκα: «αυτό το θλιβερό ξύπνημα είναι η Κόλαση, αυτή η άσκοπη αγρυπνία θα είναι η δική μου αιωνιότητα». Και τότε ξύπνησα για τα καλά: τρέμοντας.»

-«Η διάρκεια της κόλασης», Δοκίμια Ι, Jorge Luis Borges, εκδ. Πατάκη.

 

 

Αυτή λοιπόν είναι η πιο τρομακτική περιγραφή της κόλασης που έχω διαβάσει ποτέ και προέρχεται από τον καλύτερο όλων μας, τον Jorge Luis Borges. Χωρίς πολλά κλαπατσίμπαλα και περίτεχνα λήμματα καταφέρνει να μου δημιουργήσει κλειστοφοβία και στρες μέσα σε μία μόνο παράγραφο η οποία εσωκλείει όλο το ανθρώπινο άλγος της περίπλοκης ύπαρξής μας. Ένα ξημέρωμα το οποίο σε βρίσκει μέσα σ’ ένα δωμάτιο, σ’ έναν χώρο που δεν αναγνωρίζεις, μ’ έναν εαυτό που δεν γνωρίζεις και η μοναδική σου περιφορά στον πλανήτη να είναι μία αέναη «άσκοπη αγρυπνία». H ιδέα του να κλειστώ σ’ ένα δωμάτιο με τον Jigsaw από το Saw μου φαίνεται περισσότερο ελκυστική.

jig

Για τον καθένα βέβαια η προσωπική κόλαση χαίρει μοναδικής αρχιτεκτονικής και σεναρίου. Δε μοιραζόμαστε όλοι τους ίδιους φόβους, αν και ως έναν βαθμό ο φόβος του θανάτου μάλλον υποβόσκει κάτω από καθετί με το συνθετικό –φοβία όπως υψοφοβία, αραχνοφοβία, αγοραφοβία και λοιπές γλυκύτατες αφηρημένες έννοιες. Αν όμως υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα «κολασόμετρο» (η συσκευή η οποία μετράει την ποσότητα της κολάσεως, φυσικά), τότε η έλλειψη σκοπού, κινήτρου πάνω στον πλανήτη Γη νομίζω ότι θα έπιανε ένα μεγαλοπρεπές 8 σε μία κλίμακα από το 1 έως το 10. Θα πρέπει να αφήσουμε τις υψηλότερες κλίμακες του εννιά και του δέκα γι αυτόν που όντως θα συναντούσε τον Jigsaw από το Saw, ή για τον ηχολήπτη της Κατερίνας Στικούδη, ή για τη μάνα του Χίτλερ.

Για όλους εμάς που δεν έχουμε συναντήσει την ομορφιά της εικόνας που κρέμεται πιο πάνω, δεν ηχογραφούμε τα άσματα της προαναφερθείσας και δεν έχουμε γεννήσει τον Αντίχριστο με το τετράγωνο μουστάκι, τα πράγματα είναι πιο απλά. Κάνουμε ό, τι καλύτερο μπορούμε για να ζήσουμε όμορφα και κάθε φορά που το σύμπαν διαστέλλεται πάνω στα νεύρα μας που έχουν γίνει συρματόσχοινα, κάθε φορά που ο σκηνοθέτης του σεναρίου μας μάς το γυρνάει στο splatter, κάθε φορά που ο Κρίσνα, ο Μωάμεθ, ο Ιησούς, ο Βούδας αποφασίζει να σε ανακηρύξει Άγιο στέλνοντάς σου όλο το επιτελείο των Νάζγκουλ και των Όρκ, ΤΟΤΕ ΛΟΙΠΟΝ πρέπει να δράσεις γρήγορα και αποφασιστικά.

Πρέπει να έχεις πάντα ένα σχέδιο διαφυγής από την προσωπική σου κόλαση. Για κάποιους είναι η Nutella, για κάποιους είναι να βάλουν στο repeat το The Revenant γιατί «αν ο Dicaprio επιβίωσε απ’ όλα αυτά τότε μπορώ κι εγώ» και για κάποιους είναι η κατανυκτική προσφυγή προς το πλησιέστερο ηχοσύστημα.

Ένας τρόπος λοιπόν για να αποδράσεις από το φλεγόμενο καζάνι σου είναι να αφήσεις τον ήχο να περάσει μέσα από τα αυτιά σου στους νευρώνες του εγκεφάλου σου ώστε να νιώσεις και πάλι σαν πρωτόπλαστος στην Εδέμ. Πριν την Εύα και το σκατόμηλο. Οφείλεις να έχεις ανακηρύξει τουλάχιστον έναν δίσκο ως το υπεργαλαξιακό σου καταφύγιο για την περίπτωση που ο Κιμ πατήσει το κουμπί.

kim                                                                       ναι, αυτός

Δε σε σώζει κανένα υπόγειο με τοίχους από ατσάλι, κέβλαρ και τιτάνιο. Το προσωπικό σου panic room (βλ. Jodie Foster) είναι ο δίσκος που κρατάς στα χέρια σου. Ή το mp3 σου. Ή το discman σου, αν είσαι ο άνθρωπος των σπηλαίων.

Σήμερα λέω να μη φοβηθώ. Να μη φοβηθώ ούτε τους τζιχαντιστές, ούτε την πείνα, ούτε τον πόλεμο, ούτε το λιώσιμο των πάγων, ούτε τον καρκίνο, ούτε τις βυθισμένες βάρκες στη Μεσόγειο. Μπορώ να ξεκινήσω πάλι από αύριο, αλλά σήμερα χρειάζομαι ένα διάλλειμα απ’ όλο αυτό το ξύλο εκεί έξω. Σήμερα λέω να μπω για λίγο στο panic room που έφτιαξα με τα χεράκια μου και ν’ αφήσω κατά μέρος τα ζοφερά δωμάτια του Borges.

Και η δική μου συντροφιά όταν ο κόσμος μέσα μου αλλά και έξω μου φαίνεται κομματάκι πιο άγριος από το συνηθισμένο, είναι να στριφογυρνάω τους ανεμόμυλους του μυαλού μου και να βλέπω τον κόσμο σαν ένα μήλο το οποίο περιστρέφεται αθόρυβα μέσα στο διάστημα…

Ό, τι καλύτερο έχει βγάλει η ανθρωπότητα.

“Round like a circle in a spiral
Like a wheel within a wheel
Never ending on beginning
On an ever-spinning reel
Like a snowball down a mountain
Or a carnival balloon
Like a carousel that’s turning
Running rings around the moon
Like a clock whose hands are sweeping
Past the minutes on its face
And the world is like an apple
Whirling silently in space
Like the circles that you find
In the windmills of your mind

Like a tunnel that you follow
To a tunnel of its own
Down a hollow to a cavern
Where the sun has never shone
Like a door that keeps revolving
In a half-forgotten dream
Or the ripples from a pebble
Someone tosses in a stream
Like a clock whose hands are sweeping
Past the minutes on its face
And the world is like an apple
Whirling silently in space
Like the circles that you find
In the windmills of your mind

Keys that jingle in your pocket
Words that jangle in your head
Why did summer go so quickly?
Was it something that I said?
Lovers walk along a shore
And leave their footprints in the sand
Was the sound of distant drumming
Just the fingers of your hand?
Pictures hanging in a hallway
Or the fragment of a song
Half-remembered names and faces
But to whom do they belong?
When you knew that it was over
Were you suddenly aware
That the autumn leaves were turning
To the color of her hair?

Like a circle in a spiral
Like a wheel within a wheel
Never ending or beginning
On an ever-spinning reel
As the images unwind
Like the circles that you find
In the windmills of your mind”

Αλεξία Τζιώγα


"if the world would shut up, even for a while, perhaps we would start hearing the distant rhythm of an angry young tune, and recompose ourselves."