Ο Θρύλος του Αγίου Πότη και η μεταμοντέρνα Επιστροφή της Γραφικότητας

roth

Στο τελευταίο, σχεδόν αυτοβιογραφικό του πεζό, ο -εξόριστος πια- Joseph Roth περιγράφει τους τελευταίους μήνες στην ζωή ενός Παριζιάνου άστεγου αλκοολικού. Το αφηγηματικό τόξο μπορεί να χωριστεί σε τρεις κύριες ενότητες: Αρχικά ο πρωταγωνιστής βρισκόμενος σε μια κατάσταση συναισθηματικής και σωματικής εξαθλίωσης μοιάζει να έχει απολέσει ανεπιστρεπτί την αντίληψη χώρου και χρόνου. Έπειτα από μια τυχαία συναναστροφή με έναν άγνωστο άντρα της μεσαίας τάξης καταφέρνει να εξασφαλίσει κάποιου τύπου αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης (στέγη, τροφή) ενώ στον αινιγματικό επίλογο του τρίπτυχου ο ήρωας μας επιτυγχάνει την πνευματική διέξοδο από τον υλικό κόσμο σε αυτό των ιδεών μέσω της αγιοποίησης.

Είναι πράγματι πολλά τα οποία θα μπορούσαμε να γράψουμε για τον ‘Θρύλο…’, από επικριτικά σχόλια για την υποψία αντικειμενοποίησης του γυναικείου φύλλου και το εξαιρετικά εύστοχο ψυχογράφημα ενός ατόμου το οποίο ζει υπό την συνεχή επήρεια αλκοόλ, μέχρι αναλύσεις επί αναλύσεων για τον τρόπο με τον οποίο ο Roth επιχειρεί να παρομοιάσει την αυτοκτονική πορεία της ευρωπαϊκής Αριστεράς της δεκαετίας του ’30 με την εκούσια θυματοποίηση του πρωταγωνιστή.

Ίσως τελικά ο ‘Θρυλος του Αγίου Πότη’ να είναι μια ιστορία ολοκληρωτικής παραίτησης. Από την πολιτική, τα κοινά. Μια παραίτηση από την κοινωνική συναναστροφή, τους συναισθηματισμούς και την ανάγκη για αναγνώριση μπολιασμένη λεπτές αποχρώσεις νιτσεϊκών υπερτόνων ενός νεοτερικού ασκητισμού θρησκευτικής, εν τέλει, φύσης.   

Φυσικά θα ήταν τουλάχιστον μια επικίνδυνα αφελές να σχεδιάσουμε παράλληλες γραμμές μεταξύ της Ευρωπαϊκής πολιτικής, οικονομικής και ηθικής καθίζησης των δεκαετιών του ’30 και ’40 σε σχέση με τα όσα παρατηρούμε εμβρόντητοι να συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες σε τούτη την γωνιά του πλανήτη. Ακόμη και όταν η φάρσα επαναλαμβάνεται ως Ιστορία.

Ένα τουλάχιστον ενδιαφέρον ‘κίνημα’ τα τελευταία χρόνια αφορά μια (επι)στροφή μιας σημαντικής μερίδας νέων- κατά πλειοψηφία- λευκών μικροαστών- κατά απόλυτη πλειοψηφία- προς μια ακροδεξιά ξενοφοβική (σ.σ. αντι-ισλαμική) αφήγηση, είτε συχνά μασκαρεμένης με φαντεζί όρους όπως ‘πολιτισμικός φιλελευθερισμός’ είτε απλώς ως μια μεταμοντέρνα εκδοχή πρώην κεντροδεξιών προταγμάτων όπως ο συντηρητισμός.

Με αφετηρία λοιπόν, την, από θολά τεκμηριωμένη, έως και ευθεία εθνικιστική παραδοχή -αναλόγως πάντα με το επίπεδο μόρφωσης και συνεκδοχικά λεπτεπίλεπτων χειρισμών λεξιλόγιο του φορέα του λόγου- ότι το μέσο βιοτικό επίπεδο, από οικονομικής άποψης, καθώς και μια άλλη σειρά σημαντικών ζητημάτων, όπως παραδείγματος χάριν πως τα δικαιώματα των μειονοτήτων στις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι ευνοϊκότερα σε αντίστιξη με τα ‘μουσουλμανικά κράτη’ (sic), ο χίψτερ ρατσισμός, υπό τον υποτιθέμενο φόβο μιας κοινωνικής άτακτης οπισθοχώρησης μοιάζει να αντιπροτείνει μια σειρά μέτρων όπως οι αυστηρότεροι συνοριακοί έλεγχοι, η περιστολή δικαιωμάτων των μεταναστών σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά επιδόματα, τις αυξήσεις κρατικών δαπανών για την ασφάλεια και την παρακολούθηση κ.ο.κ. κρυμμένο κάπως άτσαλα κάτω από το χαλί του απαράδεκτου #stop_islam (το οποίο κατά την πάντοτε ταπεινή μας άποψη στα γερμανικά μεταφράζεται κάπως ελεύθερα ως #arbeit_macht_frei) με αφορμή τα τραγικά γεγονότα στο Βέλγιο.

Και η πικρή αλήθεια είναι ότι μια τέτοιου τύπου πολιτική θεώρηση, από την συγκεκριμένη, δε, οπτική γωνία- καθ’ότι σε τελική ανάλυση αυτά ήταν ανέκαθεν τα στηρίγματα του εθνικισμού- μοιάζει να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος είτε στους κόλπους των φεμινιστικών ή LGBTQ κινήματων, είτε σε  ομάδες φίλα προσκείμενες στα παραπάνω, ακριβώς λόγω της ίδιας της φοβικής ρητορικής που διαχειρίζονται τα ρατσιστικά μετα-πολιτικά μορφώματα που αναφέραμε αλλά και μιας καθ’όλα στρεβλής ανάγνωσης των πάγιων αιτημάτων σε σχέση με το τι πραγματικά πρεσβεύουν αυτά τα κινήματα.

Η λογική είναι τουλάχιστον απλοϊκή:  Από την στιγμή που κάποιος πρόσφυγας ή μετανάστης προέρχεται από ένα κοινωνικό περιβάλλον κατά κύριο λόγο πατριαρχικό και ομοφοβικό εξαιτίας της πολυπολιτισμικότητας και- wait for it- της αριστερής κυρίαρχης ιδεολογικής αξιακής αφήγησης θα επιχειρήσει ως ένας new- age Δούρειος Ίππος να μεταγγίσει αυτή την κουλτούρα στην Δύση.

Είναι περιττό να αναφέρουμε το ότι ενδεχομένως αυτοί οι άνθρωποι να μεταναστεύουν και λόγω αυτών ακριβώς των ζητημάτων καταπίεσης, πέραν της φρίκης ενός πολέμου στον οποίο η παρέμβαση της Δύσης έπαιξε καταλυτικό ρόλο, το double bind, ωστόσο, του προαναφερθέντος σκεπτικού είναι εμφανές και καταλήγει σε a priori σε κοινωνική οπισθοδρόμηση. Άλλωστε από ιστορική σκοπιά η καταπίεση μιας μειονότητας ποτέ δεν έφερε σε ευνοϊκότερη θέση τις διεκδικήσεις μιας άλλης.

Και κάπου εδώ, σχεδόν 80 χρόνια από τον θάνατό του Joseph Roth είναι οι χαρακτήρες των γραπτών του που μοιάζουν να παίρνουν σάρκα και οστά στο πολιτικό και μιντιακό στερέωμα: Είτε ως η αρεντική προσωποποίηση του κακού στο πρόσωπο του, δίχως ηθικές αναστολές, πρώην στρατιωτικού του ‘Ιστού της Αράχνης’ είτε ως η τραγική περσόνα του ήρωα στον ‘Θρύλο του Αγίου Πότη’ που μοιάζει ανίσχυρος να ελέγξει τους εθισμούς και την ίδια του την πορεία προς τον θάνατο.

Από την στιγμή που αποφεύγουμε πλέον να ασχοληθούμε με τον λόγο στις αρθρογραφίες αποτυχημένων μεταφραστών όπως η Σώτη Τριανταφύλλου ως φιλοφασιστικό ή την παρουσία decadence τηλεπερσόνων τύπου Άδωνης Γεωργιάδης στην Βουλή ως απλώς μια καλή αφορμή για memes, βαφτίζουμε γραφικούς τους πολέμιους της πολύ-πολιτισμικότητας προσποιούμενοι ότι ο λαϊκισμός τους δεν έχει απολύτως κανένα έρεισμα στην κοινωνικοπολιτική σφαίρα. Και πράγματι κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει μεν στην Ελλάδα του 2016, αλλά οι ακραίες φωνές στην Ευρώπη εφορμώντας με ψευδή δικαιολογία ότι τα τρομοκρατικά χτυπήματα των τελευταίων μηνών έχουν άμεση σχέση με την μετανάστευση, καταφέρνουν να επιβάλουν την ακροδεξιά τους ατζέντα δίχως έναν ουσιαστικά εξίσου ριζοσπαστικό αντίλογο εξ’αριστερών τους.

Στο μεταξύ, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού η εως τώρα επιτυχημένη προεκλογική καμπάνια του Trump δίνει πάτημα σε προβοκατόρικα media darlings σαν τον Milo Yiannopoulos να εκφράζουν τα χυδαία ρατσιστικά τους παραληρήματα, κάνοντας το καράβι να γέρνει όλο και πιο δεξιά. Μέχρι να βουλιάξει. Αλλά αναρωτιόμαστε αν θα είμαστε παρών για να το δούμε. Διότι σήμερα είναι το Ισλάμ, αύριο είναι ίσως κάποια άλλη ομάδα που θα βρεθεί απέναντί μέχρι να μην υπάρχουν άλλες κοινωνικές ομάδες που στο φαντασιακό θα απειλούν το status quo της δυτικής ζωής, μονάχα μια ετεροπροσδιορισμένη ομοιομορφία.

Από την άλλη το αντιρατσιστικό, στην ευρύτερή του έννοια, ήταν και θα είναι ανέκαθεν ένα ζήτημα του οποίου η επίλυση θα αναζητείται κατά κύριο λόγο στον δρόμο, αλλά προς όσους ακόμη πιστεύουν στην δύναμη της πένας, ο αντίλογος οφείλει να περνάει ξανά από τα μέσα- έντυπα ή μη.

 

ΥΓ: Με τον όρο ‘Πολιτισμικός Φιλελευθερισμός’ επιχειρώ μετάφραση του κινήματος γνωστού ως ‘Cultural Libertarianism’. Όχι δεν έχουν σχέση με τον Thoreau. Τουλάχιστον όχι τόση όσο με τον Trump.  

 

Closerfield


Μουσικός, κοντός, αξύριστος. Τα τελευταία 9 χρόνια πίνει Stoli με δύο πάγους και φέτα λεμόνι. Όχι κάθε μέρα. Τι μας περάσατε;