Σε μια βάρκα προσφύγων, ταξιδεύοντας για Ιταλία…

ref

…η κατάσταση ήταν απελπιστικά τραγική. Μωρά παγωμένα από το κρύο και τον ζόρικο αέρα, είχαν κολλήσει στην αγκαλιά της μητέρας τους. Οι άντρες αφού έγλυφαν την αλμύρα της θάλασσας από τα χείλη τους προσπαθούσαν μάταια να δώσουν κουράγιο στις οικογένειες τους. Το βλέμμα τους έπεφτε στο άγνωστο σκούρο βαθύ μπλε που ξανοίγονταν μπροστά τους και τα μυαλά τους είχαν ποτιστεί από τον φόβο, την αγωνία και την ελπίδα.

Αφού ξέσπασε ο εμφύλιος είχαν βιώσει σχεδόν τα πάντα. Κατακρεουργημένα πτώματα κείτονταν στους δρόμους, τουφεκιές και ήχοι από όπλα διέκοπταν την ησυχία της νύχτας, ουρλιαχτά από μάνες που έβρισκαν τα δολοφονημένα τους παιδιά ήταν ρουτίνα μέσα σε αυτή την παράνοια. Οι μεν έκαναν αντάρτικο στα χωριά, οι δε είχαν εγκατασταθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα. Τα γκρεμισμένα κτίρια, τα συντρίμια και η σκόνη γέμιζε όλες τις μεγάλες πόλεις που πλέον στέκονταν βουβές μέσα στο απόλυτο χάος.

Οι οικογένειες στην βάρκα είχαν καταφέρει να ξεφύγουν, μπορείς να πεις πως ήταν τυχεροί μέσα στην ατυχία τους. Όχι σαν τους χιλιάδες υπόλοιπους που τους έπιασαν μέσα στη νύχτα να το σκάνε και ξεκίνησαν τα αυτοσχέδια εκτελεστικά αποσπάσματα σε κάθε παραλία της χώρας. Η θάλασσα που άλλες εποχές έσφυζε από χαρά και παιχνίδια κάθε καλοκαίρι, τώρα είχε μετατραπεί σε τάφο πτωμάτων με το αίμα και τα μυαλά να στολίζουν σχεδόν κάθε σπιθαμή της. “Τα παράλια της φρίκης” ονομάστηκαν από τους επιζώντες.

Οι επιζώντες που κατάφεραν μέσα στη νύχτα, ανάμεσα στους βομβαρδισμούς και τα ναρκοπέδια να βρουν τα αρπακτικά που τους υποσχέθηκαν μια διέξοδο από την κόλαση. “Αναγκαίο κακό” σκέφτηκαν και δεν είχαν άδικο. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να δραπετεύσεις παρά μόνο από το νερό. 3000 ευρώ το κεφάλι, στιβαγμένος σαν σακί από πατάτες και σε 3 μέρες, αν όλα πήγαιναν καλά θα έφταναν στην Ιταλία. Το αν όλα πήγαιναν καλά ήταν σχήμα λόγου βέβαια. Οι ιστορίες για τους περισσότερους που πνίγηκαν από τα τεράστια κύματα, τους λιμενικούς και την ακτοφυλακή που αναποδογύριζε βάρκες λες και ήταν ψεύτικες, είχαν γίνει ήδη γνωστές.

Ξημέρωνε σιγά σιγά. Το μαύρο άρχισε να δίνει την θέση του σε ένα γλυκό πορτοκαλί φως που εμπόδιζε την όραση. Δεν εμπόδιζε όμως και την στεριά που απλώνονταν μπροστά καλωσορίζοντας τους σε μια άγνωστη χώρα.

“Και εδώ πως θα μας αντιμετωπίσουν;”,”Θα είναι τα πράγματα όπως τότε που είχαν έρθει από τη Συρία οι μετανάστες;”, “Τώρα τους καταλαβαίνω πως ένιωθαν”, “Δεν έπρεπε να τους είχαμε συμπεριφερθεί έτσι”.

Με αυτές τις σκέψεις, μια ντουζίνα Έλληνες πρόσφυγες πάτησαν το πόδι τους για πρώτη φορά στην Ιταλία. Ότι δεν μπορεί να σε διδάξει η ιστορία, θα στα διδάξει μια μέρα η πραγματικότητα.

Πολίτης Κάιν


Ο Πολίτης Κάιν δεν είναι ρατσιστής. Σας μισεί όλους το ίδιο.