Μην φοβάσαι, πάτα mute

Η ησυχία μας ηρεμεί

Σε μια εποχή που όλοι μιλάνε, τα μικρόφωνα έχουν πάρει φωτιά και ο θόρυβος κατακλύζει τις ζωές μας, κάποιοι έχουν επιλέξει να αφεθούν, έστω και για λίγο, σε μια ανακουφιστική ησυχία, πρακτική και νοερή. Έρχεται η στιγμή που η υπερπληθώρα λέξεων, ήχων, συναισθηματικών παροξυσμών και λοιπών δραμάτων μας δημιουργεί την ανάγκη να σωπάσουμε για λίγο και μαζί μ’ εμάς να ησυχάσει και ο κόσμος γύρω μας. Ιδού ένα επίπονο αλλά σωτήριο πείραμα από κάποια που αναζήτησε την ησυχία.

Μπαίνω στο αστικό και το πείραμα ξεκινάει. Πόσο μπορώ ν’ αντέξω την παρουσία ξένων τόσο κοντά μου… χωρίς λίγο θόρυβο; Βλέπεις… έχω την εντύπωση  ότι όντας μέσα στο λεωφορείο, ή περιμένοντας στο cafe την παρέα μας να επιστρέψει από την τουαλέτα, ή περιμένοντας στο παγκάκι το ραντεβού μας να καταφθάσει, ασχολούμαστε με το κινητό μας  ορμώμενοι από μία καταναγκαστική διάθεση και ενός παράφρονος κομπλεξισμού. Γιατί πλέον μας έχει καταστεί δύσκολο ν’ αντέξουμε  τον εαυτό μας στη συντροφιά άλλων 40 ανθρώπων. Δε ξέρουμε πού να ξεκουράσουμε το βλέμμα μας… Στον συνεπιβάτη που κάθεται απέναντί μας και μας φαίνεται απρόσιτος; Όχι, γιατί η ξενικότητά και η ησυχία του μας τρομάζει…

Το πείραμα συνεχίζεται. Δε μπορώ να κάθομαι μέσα σ’ αυτή την πνιγερή ησυχία με τόσα κορμιά γύρω μου χωρίς να κάνω κάτι, οπότε ρίχνω τα μάτια μου με μανία στον δρόμο και παρακολουθώ λεζάντες καταστημάτων, πλανόδιους, περαστικούς. Αυτοί είναι μακριά μου κι εγώ βρίσκομαι σ’ ένα όχημα εν κινήσει. Οπότε ένα αίσθημα ασφάλειας με περικυκλώνει. Ξαφνικά όμως το να κοιτάω στο δρόμο δεν είναι αρκετό γιατί νιώθω το πρόσωπό μου άκαμπτο απ΄ την παντελή έλλειψη ομιλίας. Νιώθω τα μάγουλά μου να αγκυλώνονται, τις φωνητικές μου χορδές να στεγνώνουν. Η σωτηρία μου είναι να πάρω ένα τηλέφωνο κάποιον εκεί έξω και να νιώσω μέσω της ομιλίας μου και πάλι την θορυβώδη ύπαρξή μου. Ναι, άγνωστε συνεπιβάτη έχω να μιλήσω σε κάποιον, δε χρειάζομαι την δύσκαμπτη ησυχία σου.

Ξαφνικά, με χτυπάει βίαια η συνειδητοποίηση. Γιατί πασχίζω για τόσο θόρυβο; Καθημερινά η ύπαρξή μας επιβεβαιώνεται μέσα από μία αδιάκοπη αλληλουχία θορύβου. «Είμαι εδώ» γιατί κορνάρω, «είμαι εδώ» γιατί ο θόρυβος από τα τακούνια μου πάνω στο τσιμέντο σου το φωνάζουν, «είμαι εδώ» γιατί γελάω δυνατά, «είμαι εδώ» γιατί τα δάχτυλα μου παράγουν θόρυβο πέφτοντας μανιακά πάνω στο πληκτρολόγιό μου, «είμαι εδώ» γιατί ακόμα και μέσα από τα ακουστικά μου η μουσική μου δραπετεύει και γίνεται ένα διακριτικό μουρμουρητό για τους γύρω μου, «είμαι εδώ» γιατί σου μιλάω, παράγω τα φωνήεντα μου και κάτι σύμφωνα, έστω κι αν δεν έχω τίποτα να μοιραστώ μαζί σου. Πάντως… κάπως καταφέρνω και κάνω φασαρία. Οπότε υποθέτω ότι είμαι κάπου εδώ. Τα πάντα για λίγη θορυβώδη ύπαρξη…

Και εντελώς απροσδόκητα κάνω κάτι αντάρτικο. Κλείνομαι στους τοίχους μου, κάθομαι στον καναπέ μου κατά πώς νομίζω βολικά, μα δεν βάζω μουσική, δεν ανοίγω τηλεόραση, δε στρίβω τσιγάρο, δεν παίρνω τηλέφωνο κανέναν. Δεν κάνω καμία απολύτως κίνηση, κανένας θόρυβος δε μπαίνει ανάμεσα σ’ εμένα και την ύπαρξή μου.

Στην αρχή νιώθω μία άβολη ακαμψία. Νιώθω κάπως προβληματική, σαν καρικατούρα. Αρχίζω να πανικοβάλλομαι, να σκέφτομαι με τι ν’ ασχοληθώ, να μη κάθομαι σα μουγκή, να κάνω κάτι, οτιδήποτε. Έπειτα, αρχίζει μία γλυκιά ανακούφιση καθώς αφήνομαι σταδιακά στην ησυχία μου. Στο μυαλό μου όμως δεν υπάρχει ησυχία τώρα, μα ένα γλυκός υπόκωφος λευκός θόρυβος. Αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πράγματα τα οποία πριν δεν έβλεπα λόγω παρεμβολών του θορύβου γύρω μου. Νιώθω άνετα με το καινούριο καθεστώς έλλειψης θορύβου και το μυαλό μου παίρνει πορεία, έχει μπει σε τροχιά, σκέφτεται συμπαντικά. Σκέφτομαι στρατόσφαιρες, γαλαξίες, και μαύρες τρύπες και για λίγο ακούω προσεκτικά την εκκωφαντική, απόλυτη, μαύρη ησυχία του διαστήματος.

Ναι, είμαι εδώ. Κι αν κάνω απίστευτη ησυχία, ίσως και ν’ ακούσω τον μακρινό ρυθμό μιας άγριας νεανικής μελωδίας, για την οποία τραγούδησαν οι Savages

 

“AND YET
IF THE WORLD WOULD SHUT UP
EVEN FOR A WHILE
PERHAPS
WE WOULD START HEARING THE DISTANT RHYTHM OF AN ANGRY YOUNG TUNE”

Savages, “Silence Yourself”

Αλεξία Τζιώγα


"if the world would shut up, even for a while, perhaps we would start hearing the distant rhythm of an angry young tune, and recompose ourselves."