Συμφωνία επιτέλους, ή συμφωνία «επί του τέλους»;

lar

«Ήρθε η ώρα ο Αλέξης Τσίπρας να επιλέξει ανάμεσα στην πατρίδα ή το κόμμα του», τιτλοφορείται το προχθεσινό άρθρο του Μαρκ Μαζάουερ στους Financial Times, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε εκ νέου να φέρει αποτέλεσμα στις διαπραγματεύσεις, ενώ η χώρα του βρίσκεται σε ακόμα πιο δύσκολη θέση απ’ ό,τι ήταν. Σύμφωνα με τον καθηγητή του Κολούμπια, «ο χρόνος ήταν με την ελληνική πλευρά, ωστόσο η κυβέρνηση τον σπατάλησε και τώρα το πλέον πιθανό ενδεχόμενο είναι το Grexit».

Παρατηρώ ότι πολύ εύκολα έχει υιοθετηθεί  το σενάριο «εξόδου» απ’ το ευρώ. Κυρίως προεκλογικά, αλλά εκεί αντιλαμβανόμαστε όλοι ποιος είναι ο λόγος. Λοιπόν, θεωρητικά, η έξοδος μίας χώρας από την Ευρωζώνη είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, εντελώς αδύνατη – αφού, σύμφωνα με τη συνθήκη της Λισσαβόνας, η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ είναι «ανέκκλητη και τελεσίδικη». Κατά την ίδια λογική, η απειλή ή η εκδίωξη ενός κράτους, με ήπιο ή με επιθετικό τρόπο, προσκρούει αναμφίβολα σε ένα πολύ δύσκολο νομικό πεδίο. Επειδή η έννοια «ανέκκλητη» σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή ούτε η καταναγκαστική αποπομπή μίας χώρας. Η μοναδική δυνατότητα που υπάρχει είναι η εθελούσια έξοδος μίας χώρας από ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση – επειδή εάν ένα κράτος δεν είναι μέλος της ΕΕ, δεν μπορεί να είναι μέλος της Ευρωζώνης. Από και πέρα, η οικειοθελής αποχώρηση χώρας απ’ την ΕΕ είναι άλλης τάξης ζήτημα, έχει συμβεί, άρα υπάρχει νομικό προηγούμενο, ωστόσο  η λέξη «αποβολή» δεν υπάρχει σε καμία συνθήκη. Υπάρχει όμως η «αναστολή συμμετοχής», σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεν πληρεί πλέον τα κριτήρια. Άλλο ζήτημα, κι αυτό και με ρήτρα την περίπτωση παραβίασης επί των οποίων βασίζεται η Ένωση.

 

Εντούτοις, επειδή στην Ευρώπη σήμερα τα ‘χουν κάνει όλα ίσιωμα, ποτέ δεν ξέρεις. Κι αυτό ένα ενδεχόμενο είναι. Σε τελική ανάλυση, άλλα πράγματα συμφωνήθηκαν στις εξελικτικές συμφωνίες της ΕΕ και άλλα εφαρμόζονται –ενώ οι απειλές πόρρω απέχουν απ’ την έννοια του «solidarity» που αναφέρεται επισταμένως στο προοίμιο της ιδρυτικής Συνθήκης της Ένωσης.

Ας πούμε, λοιπόν, πως γυρίζουμε στη δραχμή. Δεν είναι απλό, ούτε θα συμβεί απ’ τη μια μέρα στην άλλη, ούτε άτακτα κι ασύντακτα. Και, κατά την προσωπική μου άποψη, το νόμισμα δεν είναι τοτέμ. Δεν είναι φετίχ, δεν είναι σκοπός, δεν είναι ομάδα. Και δε με πολυαπασχολεί ποιο θα γεμίζει –ή ποιο θα εξαφανίζεται- από τις τσέπες μου. Το νόμισμα είναι μέσον. Αν (με κάποιο τρόπο) φύγεις απ’ το ευρώ, δε σημαίνει ότι απαρνείσαι τις αξίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τον πολιτισμό της Γηραιάς Ηπείρου. Απ’ την άλλη, η επιστροφή στη δραχμή δε θα σ’ απαλλάξει αυτόματα από χρέη, επιτηρήσεις, ανεργία και ύφεση. Επειδή έχεις ευρώ δεν πάει να πει ότι κάποια ανώτερη ευρωπαϊκή δύναμη σε προστατεύει. Επειδή το γύρισες στη δραχμή, δεν σημαίνει ότι αυτόματα θα γίνεις ανταγωνιστικός και θα τρως αυγοτάραχο Μεσολογγίου με χρυσό πιρούνι. Και, αν με ρωτάς, το ευρώ έχει αποδειχτεί καταστροφικό για οικονομίες όπως της Ελλάδας. Ωστόσο, μην το ξεχνάς πως ούτε με τη δραχμή περνούσαν όλοι ωραία, ενώ φυσικά η «νέα δραχμή» δεν θα έχει καμία σχέση με την παλιά.

Σε κάθε περίπτωση, άλλο είναι το πρόβλημα. Τα κράτη της νομισματικής ένωσης εμφανίζουν όλο και μεγαλύτερη οικονομική απόκλιση, γεγονός που δημιουργεί μια σειρά από περίπλοκα προβλήματα –ένα πολύ απλό πρόβλημα είναι ότι το ενιαίο επιτόκιο γίνεται όλο και πιο ακατάλληλο για το «μπλοκ». Αν επεκταθούμε και στις πολιτικοκοινωνικές ή και τις πολιτιστικές διαφορές, τότε το πρόβλημα γίνεται πιο εύληπτο. Οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες, του Μάαστριχτ και της Λισαβόνας, άφησαν πολλές σημαντικές ερωτήσεις αναπάντητες. Παραπέμπουν στο κόστος και τα οφέλη της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης μέσα σε μια κοινότητα που τότε χαρακτηριζόταν –κι εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται, σήμερα πολύ περισσότερο από παλαιότερα- από ένα μεγάλο βαθμό οικονομικής πολυμορφίας και περιορισμένης πολιτικής συνοχής.

 

Συνεπώς, είτε εκδιωχτεί είτε όχι η χρεωμένη χώρα μας (ή η οποιαδήποτε χρεωμένη χώρα) από το ενιαίο νόμισμα, η Ευρωζώνη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βαθιά ριζωμένα προβλήματα, που πρέπει να επιλυθούν –είτε με τη διάλυσή της, είτε με την πλήρη πολιτική ολοκλήρωση. Αυτό θα γίνει, φυσικά, όταν οι λοιποί ευρωπαίοι σταματήσουν να κάνουν λογοπαίγνια και να αντιμετωπίζουν με όρους Μονόπολης τα προβλήματα των λιγότερο προνομιούχων κρατών-μελών. «Τhe game is over», δήλωσε ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ. Από πότε, αλήθεια, συγκαλείται στις Βρυξέλλες το Eurogroup για να παίξει παιχνίδια στρατηγικής;

 

Φυσικά, όποια και αν θα είναι κατάληξη της διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους», το μόνο σίγουρο είναι ότι ο λαός θα πληρώσει τα σπασμένα. Ο λογαριασμός που θα έρθει, είτε με αμοιβαία επωφελή συμφωνία, είτε με «νέα συμφωνία», είτε με παράταση, είτε με οποιαδήποτε άλλη εκδοχή, θα είναι κανονική χρεοκοπία. Πάλι ο λαός θα είναι στο υποζύγιο, πάλι θα βλέπει τις τιμές στα ράφια ν’ αυξάνονται, πάλι θα τελειώνει ο μισθός πριν βγει ο μήνας, πάλι θα πληρώνει σε φόρους περισσότερα απ’ όσα βγάζει –αν βγάζει, καθότι ο αριθμός των ανέργων έχει πλέον αγγίξει δυσθεώρητα ύψη. Αν δεν αλλάξει η νοοτροπία του «μεγαλώνουμε το κρατικό πλεόνασμα, επιβάλλοντας άμεσους κι έμμεσους φόρους», τότε δεν υπάρχει σωτηρία. Όσο οι εκάστοτε ελληνικές προτάσεις  έχουν να κάνουν με το πώς θα ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις των δανειστών, προκειμένου να μας δώσουν τις πιστώσεις ώστε να συνεχίσουμε να πληρώνουμε τα κρατικά χρέη μας, τότε δεν μιλάμε ούτε για «επωφελείς συμφωνίες», ούτε για «συμβιβασμό».

Και, βέβαια, δεν θα έχει καμία σημασία αν θα πληρώσουμε μένοντας στο ευρώ ή στη δραχμή ή στα μπιτκόινς. Κι ούτε αν θα έχουμε μια οποιαδήποτε συμφωνία «επί του τέλους» (μας). Αλλά αν θα έχουμε μια βιώσιμη, δίκαιη, και βασισμένη στα ευρωπαϊκά πρότυπα συνεργασίας συμφωνία, «επιτέλους». Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ζήτημα χρέους, ούτε ανωμαλία της Ελλάδας. Είναι έλλειμμα οράματος και πρόβλημα της Ευρώπης.

Κάτια Αντωνιάδη


Γνωρίζει ολίγη γραφή και δηλώνει θιασώτης της ανάγνωσης. Ειδικός της παραδοξολογίας και της τέχνης του σαρκασμού. Απεχθάνεται τις περιγραφές στο τρίτο πρόσωπο.