Σινεμά: Ο “Καζαντζάκης” ξανασταυρώνεται.

καζαντζάκης

Η ταινία για τη ζωή του Καζαντζάκη σωζόταν από την ίδια το πώς έζησε ο Καζαντζάκης. Το σενάριο, βασισμένο στο βιβλίο του, “Αναφορά στον Γκρέκο”, προσαρμόστηκε για την ταινία, από τον σκηνοθέτη της, Γιάννη Σμαραγδή.

Ρίχνοντας μία γρήγορη ματιά στον βίο του, έχοντας δει ήδη την ταινία, αντιλαμβάνεσαι, πως η ταινία πιο πολύ αντικατοπτρίζει τον βίο και πολιτεία του Σκρουτζ Μακ Ντακ, αν ήταν συγγραφέας. Μόνο που ο Σκρουτζ θα ήταν πιο badass. Ο Καζαντζάκης, λοιπόν, έχει γίνει ορόσημο της γενιάς του, καθώς ήταν μια επαναστατική φιγούρα με πολλές εκφάνσεις, τεράστια πολιτική δραστηριότητα, πειραματισμούς με το διαλογισμό, με τις θρησκείες, ψυχωσική περσόνα με τα όλα της.

Ο Σμαραγδής λοιπόν, παίρνει αυτή τη προσωπικότητα-θησαυρό για την παραγωγή μια ταινίας και τη μετατρέπει στη Ντόρα την εξερευνήτρια, με ψυχολογικά και daddy issues. Καμία αναφορά στην αριστερή πολιτική του δραστηριότητα, καμία αναφορά στο συγγραφικό του έργο για να βγάλει το ψωμί του, καμία αναφορά στους λόγους τους οποίους η χριστανική θρησκεία τον μισούσε όπως ο διαόλος το λιβάνι, γενικά κανένα στοιχείο για αυτήν την τόσο περίπλοκη και δυναμική προσωπικότητα.

Βλέποντας την ταινία, δημιουργείται η εντύπωση, ότι ο Καζαντζάκης ήταν ένας υπερβολικά άβουλος άνθρωπος με μοναδικό λόγο των ταξιδίων του, τις τάσεις φυγής του ή επειδή έτσι. Το λυπηρό σε αυτήν την ταινία, είναι ότι στο σύνολό της, σου αφήνει μία αίσθηση ότι οι καλλιτέχνες και δη οι συγγραφείς, είναι αδύναμοι άνθρωποι, πνιγμένοι από τα ψυχολογικά τους, τα οποία τους εμποδίζουν από το να διεκδικούν τη ζωή και το ακόμα πιο λυπηρό είναι ότι ο Καζαντζάκης ήταν φαινόμενο στο να εκμεταλλεύεται κάθε λεπτό της ζωής, δεν ήταν απλά ένας χομπίστας.

Αναφορικά με τη ζωή του, η σκηνή από το οδοιπορικό του στην Κρήτη, μετά τη γερμανική κατοχή, ήταν το απόλυτο fail. Ο λόγος: α.Φταίει το σενάριο; β.Φταίει ο σκηνοθέτης; γ.Φταίει ο Παπασπηλιόπουλος; δ. Φταίνε όλα τα παραπάνω; Ξαφνικά μεταφέρεσαι στην ταινία Τζένη-Τζένη και στην προσπάθεια του Νίκου Μαντά να κάνει πολιτική καριέρα. Στη σκηνές από το οδοιπορικό του στην Κρήτη, ο πρωταγωνιστής ρωτά με υποκριτικό ενδιαφέρον τις ηλικιωμένες για τα δεινά που πέρασαν και τις αγκαλιάζει χάριν φωτογραφικού αρχείου.

Από άποψη πλοκής, πέρα από την προσωπικότητα του λογοτέχνη, που βιάσθηκε κάπως, ο Σμαραγδής αποφάσισε να παρουσιάσει τη ζωή του, χρονολικά, βάση ποιου βιβλίου έγραφε, από τον Όφις και Κρίνο μέχρι το Αναφορά στο Γκρέκο, το οποίο είναι και η αφορμή, ως αυτοβιογραφία, να αναπολήσει τη ζωή του. Από εκεί και πέρα, το έργο πηδούσε από τη μία χρονολογική περίοδο στην επόμενη, με τους διαλόγους και τις καταστάσεις να μην έχουν μια σαφή σύνδεση μεταξύ τους, δεν κατάφερνες να αποτυπώσεις τον χαρακτήρα του Καζαντζάκη, καθώς κάθε φορά φαινόταν διαφορετικός, χωρίς η επόμενη περίοδος να έχει κάποια σχέση με την προηγούμενη. Και όχι με τον ωραίο τρόπο, που δείχνει μια πολυποίκιλη προσωπικότητα. Σαν το Paris, Je t’Aime, αλλά με τον ίδιο βασικό χαρακτήρα. Έτσι, ο σκηνοθέτης κατέφυγε στην επίκληση στο συναίσθημα με τις συγκινητικές στιγμές να βαράνε κόκκινο. Ίσως η χειρότερη πλοκή που θα δεις σε ταινία, δεδομένου του υλικού που είχε στα χέρια του ο συγγραφέας.

Έστω λοιπόν ότι αποφάσιζες να δεις την ταινία στο mute, τότε δεν θα έβγαζε κανένα απολύτως νόημα. Ο μοναδικός λόγος που καταλάβαινες πού βρισκόσουν χρονολογικά και τοπικά, ήταν επειδή στο έλεγε η ίδια η ταινία. Ο σκηνοθέτης φαίνεται να πειραματιζόταν παραπάνω από το κανονικό με τα φίλτρα της ταινίας, χωρίς κάποια τεχνική, χωρίς λογική συνέχεια, ό,τι ταίριαζε στο κάθε τοπίο. Η διαφήμιση της Aegean με τον Αντετοκούνμπο για την αεροπορική εταιρεία, βγάζει περισσότερο νόημα.

Έπειτα, το τραγικό της ταινίας ήταν η απόφαση του να αλλάξουν τον Παπασπηλιόπουλο με τον Στέφανο Ληναίο σε μεγάλη ηλικία, αλλά η σύντροφός του, παρέμεινε η ίδια ηθοποιός με ένα κακό και άρπα κόλλα make up. Ίσως η πιο άβολη στιγμή της ταινίας, ο άνθρωπος ήταν στο νεκροκρέβατο και εσύ προσπαθούσες να προσαρμόσεις το μάτι σου στο νέο ηθοποιό. Πραγματικά γιατί; Θέμα budget; Γιατί; Γιατί; ΓΙΑΤΙ. Ο καπετάν Μιχάλης τώρα, ααααχ ο καπετάν Μιχάλης. Κάτι παράξενο φαινόταν στην υποκριτική του Αργύρη Ξάφη, ο οποίος υποδυόταν τον σκληρό πατέρα. Έπαιζε τον μεθυσμένο; έπαιζε τον τρελό; Κάποιο άτομο με ειδικές ανάγκες; Ούτε ο πατέρας, ο οποίος έπαιξε καταλυτικό ρόλο έτυχε μίας σαφής προσέγγισης της προσωπικότητας του. Αυτό, σε συνδυασμό με την γενικότερη αμέλεια στο χτίσιμο των χαρακτήρων είχε σαν αποτέλεσμα, οι πιο συγκινητικές στιγμές να ναυαγούν πάνω στο πικ τους. Η Ελένη, κατά κόσμο, Μαρίνα Καλογήρου, ίσως ήταν η πιο “διαβασμένη” ηθοποιός του καστ, ενσαρκώνοντας την Ελένη έτσι όπως περιγράφεται και βάσει και των συνεντεύξεων που έχει δώσει.

Ο Θοδωρής Αθερίδης από την άλλη, ως Αλέξης Ζορμπάς, αφενός δεν ανταποκρινόταν ούτε στην ηλικία του Ζορμπά (μικροδείχνεις Θόδωρα), ούτε στο στήσιμο (κοκκαλιάρης), ο Αθερίδης σε φέρνει σε μία αμηχανία με το διαρκές χαμόγελό στα χείλη, περισσότερο φέρνει σε έναν pervert Θοδωρή (Σ’αγαπώ-Μ’αγαπάς). Ίσως ο Στέλιος Μάινας να ήταν καλύτερη επιλογή. Η Μελίνα Μερκούρη ενσαρκώθηκε από την Ζέτα Δούκα, η οποία πιθανότατα αρκέστηκε στα εμφανισιακά τους κοινά και απλά προσπάθησε να παίξει μία random γυναίκα-αράχνη. Ο Άγγελος Σικελιανός, υποδυόμενος από τον Νίκο Καρδώνη, ήταν ένα-δύο levels πιο πάνω από τον Τρελαντώνη (Καφέ της Χαράς) και η υποκριτική του θύμιζε περισσότερο ομοφυλόφιλο ντελάλη στην Αρχαία Αγορά, που παρέπεμπε σε κάποιον χαρακτήρα του Αριστοφάνη ίσως. Τέλος, ο Στάθης Ψάλτης σε έναν κόντρα ρόλο-κύκνειο άσμα, ίσως ήταν ο μόνος που πήρε το ρόλο του στα σοβαρά και κάθε άλλο παρά τον κλασικό Ψάλτη θύμησε, τόσο εύκολο του ήταν το δράμα.

Η ταινία Καζαντζάκης, λοιπόν, είναι περισσότερο τύπου ντοκιμαντέρ με “χολυγουντιανούς” περιορισμούς ώστε να μπορεί να την παρακολουθήσει και ένα παιδί γυμνασίου και στο μέλλον να παίζεται στις σχολικές αίθουσες, στο μάθημα της λογοτεχνίας. Μία τόσο μεγάλη ευκαιρία για μία ταινία να εμπνεύσει, να εγείρει τη φαντασία, να ταξιδεύσει και περιορίστηκε στο διάβασμα του φλιτζανιού, βαρύγδουπους Εσταυρωμένους και τον Σικελιανό σαν το Mr. Μπούτια. Κρίμα.

Κρητική κριτική, περιμένουμε.

Κατερίνα Σπανού


Κατ’αρχάς ειρωνική, ανούσια ισχυρογνώμων και κοσμάρα. Καταρχήν, αμήχανα ειλικρινής με συνειρμική σκέψη.