Συνέντευξη: Deadfile

dead3

Λίγες μέρες πριν από την συναυλία τους στο πλαίσιο του Red Cross Concert πλάι στους Sedate Illusion και Veil Enigma, οι Μαρία Μαλτέζου, Νίκος Κρασόπουλος και Βασίλης Παγκράτης, τρια μέλη των Κερκυραίων post- rockers Deadfile, κατάφεραν να “κλέψουν” λίγο χρόνο και μετά την πρόβα πήγαμε για μια μεταμεσονύχτια μπύρα και κουβεντολόϊ στο παλιό λιμάνι της Κέρκυρας. Ανάμεσα σε άλλα συζητήσαμε για τον καινούργιο τους δίσκο, τις δυσκολίες του να είσαι DIY και να απαριθμείς 11 μέλη, τον I. Calvino, τις ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες και το αστικό τοπίο της πόλης του York. Στην αρχή της συνέντευξης μιλούσαμε για την ρίζα της λέξης “μακέτο”. Μετά το πέρας αυτής μου πήραν εκείνοι συνέντευξη. Ίσως γράψουν και στο Mud Times κάποια στιγμή, και πάω εγώ για post-rock/ ambient ηχοτοπία. Ποτέ δε ξέρεις ωρε μάτια.

 

 

Καλησπέρα παιδιά, έχετε ήδη κυκλοφορήσει 3 δίσκους, με τους πρώτους 2 (Deadfile, Applied Oneironautics) να βγαίνουν ουσιαστικά ταυτόχρονα το 2012, ενώ η τελευταία σας κυκλοφορία ήταν το 2014. Τώρα είστε στην διαδικασία ηχογραφήσεων του 4ου δίσκου;

Βασίλης Παγκράτης: Τον έχουμε γράψει, οι ηχογραφήσεις έχουν ολοκληρωθεί ουσιαστικά και τώρα είμαστε στην διαδικασία της μίξης. Δεν ξέρω αν θυμάσαι την διαφήμιση του Jack Daniels που έλεγε ότι ο χρόνος κυλάει αργά εδώ στο Tennessee…

 

Έχει βγεί επίσης και μια καινούργια με την Mila Kunis. Πολύ ωραία διαφήμιση και αυτή…

Β.Π.: Και δηλαδή σε φάση έχει βγει διαφημιστικό με την Mila Kunis που πετάει τις τάπες μέσα στο βαρέλι;

 

Ναι, αλλά τις πετάει πολύ καλά.

Β.Π.: Φαντάζομαι.

Νίκος Κρασόπουλος: Ξεκινάει από πιο χαμηλά όμως… (γέλια)

 

Πώς θα ακούγεται ο καινούργιος δίσκος σε σχέση με τον προηγούμενο για παράδειγμα, ο οποίος τελικά ακούγεται πιο industrial, με την ευρύτερη έννοια του όρου όμως. Εννοώ ότι είχε περισσότερα ηλεκτρονικά στοιχεία, πολλά πλήκτρα κ.ο.κ.

B.Π.: Ο τελευταίος δίσκος είχε κατα βάση πλήκτρα καθώς δεν ήμασταν μπάντα τότε, και στην ουσία γράφτηκε με samples και vst. Πλέον είναι αρκετά διαφορετικά τα πράγματα, έχουμε και πάλι samples αλλά κυρίως δουλέψαμε με φυσικά όργανα. Οι φωνές είναι φυσικές, δεν υπάρχει τόσο πολύ το ηλεκτρονικό στοιχείο με εξαίρεση ίσως ένα κομμάτι… μπορεί να επανέλθει στο μέλλον, ποτέ δε ξέρεις, αλλά προς το παρόν έχει φύγει από τη μέση.

 

Άρα ήταν συνειδητή αυτή η απόφαση;

Β.Π.: Όχι δε θα το έλεγα, περισσότερο προέκυψε καθώς από την στιγμή που βρήκαμε τα όργανα και τους μουσικούς είπαμε να εστιάσουμε στο πως θα βγεί ο ήχος από αυτά προσεγγίζοντας την προηγούμενη κατάσταση μεν, αλλά σαφώς είναι αρκετά διαφορετικό…

 

Ωστόσο και στον πρώτο δίσκο υπήρχαν φυσικά όργανα αν δεν κάνω λάθος. Και φωνές αρκετές…

Β.Π.: Σε δύο κομμάτια μόνο είχε φωνές στο “Deadfile” (#burned). Στον καινούργιο θα έχουμε σε όλα εκτός από ένα. Δεν παίζουν κεντρικό ρόλο σε όλα τα κομμάτια αλλά σε ορισμένα είναι κυρίαρχες. Μάλιστα, ήταν τόσοι πολλοί που έγραψαν φωνητικά που δεν θυμάμαι τον ακριβή αριθμό… Πρέπει να ήταν 5-6 άτομα.

 

Η διαδικασία σύνθεσης των κομματιών ποιά είναι; Έρχεται π.χ. κάποιος με παρτιτούρες και τις μοιράζει ή ξεκινάει κάπως έτσι και το αλλάζετε στην πορεία;

Β.Π.: Εξαρτάται, κάποιοι λειτουργούν με parts, κάποιοι άλλοι συνθέτουν με βάση τον σκελετό του κομματιού.

Μαρία Μαλτέζου: Συνήθως φέρνει κάποιος μια αρχική ιδέα και έπειτα αναπτύσσουμε το υλικό…

Β.Π.: Ναι, όπως λειτουργούν όλες οι μπάντες νομίζω. Τώρα αν υπάρξει μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα που αφορά την γραμμή του εκάστοτε οργάνου, το λογικό είναι αυτός που το έχει γράψει να εμφανιστεί με παρτιτούρα…

Ν.Κ.: Αλλά γενικά στην πρόβα αλλάζει, μπορεί κάποιος να το έχει σκεφτεί με κάποιον τρόπο, δοκιμάζοντας μπορεί να αλλαχτεί κάτι κλπ…

Β.Π.: Και σε ηχογράφηση το έχουμε κάνει αυτό.

Ν.Κ.: Ναι, ναι (γέλια).

dead2

Αυτό είναι και κάτι που ήθελα να ρωτήσω, από το ’12 που είχε βγεί ο πρώτος δίσκος μέχρι σήμερα…

B.Π.: Κοίτα στην ουσία παίζουμε από το ’13, το ’12 είχαμε κάνει μια συνάντηση για να ξεκινήσουμε, δεν ξεκινήσαμε τότε… μέχρι να βρούμε μέλη είχαμε κάνει 2 πρόβες όπου με το ένα χέρι έπαιζα μπάσο και με το άλλο έβαζα τα samples- που δεν ξέρω να παίζω μπάσο. Καθόλου όμως. Είμαστε 2,5 χρονών περίπου.

 

Οκ, αλλά 2,5 χρονών μπάντα με 4 δίσκους δεν το βλέπεις και πολύ συχνά…

Β.Π.: Ε ναι, το παράδοξο είναι ότι πρώτα βγάλαμε 2 δίσκους και μετά γίναμε μπάντα.

 

Τα κομμάτια ήταν γραμμένα από πιο πριν ή γράφτηκαν σε αυτό το διάστημα;

Μ.Μ.: Τα μισά ήταν ήδη γραμμένα για τους πρώτους δίσκους, ενώ γράψαμε και κάποια άλλα με τον τρόπο που σου περιγράψαμε.

Ν. Κ.: Άλλαξε αρκετά ο ήχος και η ενορχήστρωση σε πράγματα που ήδη προϋπήρχαν…

B.Π.: Είναι 3-4 κομμάτια που είχαν ήδη γραφτεί ενώ τα περισσότερα γράφτηκαν μετά. Θα έχουμε 2 επανεκτελέσεις από το “Deadfile”, το “Hollow Land” και το “Jericho”. Το γενικό ύφος παραμένει το ίδιο αλλά αν σκεφτείς πως στο ντεμπούτο album δεν είχαμε κιθάρες, μπάσο και τύμπανα… κοίτα, αυτή ήταν η πρόθεση μας τότε, στα πρώτα albums, να δουλέψουμε με samples, και είχαν στηθεί ώστε να δουλέψουν πάνω σε μια τέτοια αισθητική. Πλέον ακούγεται περισσότερο σαν συγκρότημα.

 

Άρα το gospel στοιχείο θα επανέρθει;

B.Π.: Έχει παραμέινει, ναι.

 

Ρωτάω επειδή το “Deadfile” σε σχέση με το “Oneironautics” μου ακούγονται ως πολύ διαφορετικοί δίσκοι παρότι βγήκαν με 20 μέρες διαφορά, σύμφωνα πάντα με την σελίδα σας στο bandcamp.

B.Π.: Την ήδια μέρα βγήκαν βασικά, απλώς άλλαξα την ημερομηνία για να μην φανεί ότι βγήκαν 1η Μαϊου και οι 2. Ο ένας δίσκος είναι πάνω στην λογική των samples ο άλλος πιο πιανιστικός. Έτσι και αλλιώς δεν υπήρχε η προσδοκία ότι θα το ακούσει κάποιος αυτό το πράγμα…

 

Για κανέναν από τους 2 δίσκους;

Β.Π.: Ναι για κανέναν από τους 2. Δεν ήταν θέμα συνοχής… ήταν στην λογική του να ανέβουν για να υπάρχουν κάπου στο internet.

dead3

Ωστόσο ο τρίτος δίσκος (“The City over the Void”) μου μοιάζει πιο πολύ ως concept album, τόσο σε επίπεδο αισθητικής, όσο και καθαρά κοιτώντας τους τίτλους των κομματιών. Παίζει πολύ σε ό,τι αφορά το αστικό περιβάλλον… σαν ένας σχολιασμός αλλά πολύ αφαιρετικός. Κάτι το οποίο είναι λίγο περιέργο αν ζεις στην Κέρκυρα.

Β.Π.: Γιατί δεν υπαρχει αστικό περιβάλλον…

 

Δεν είναι όπως στην Αθήνα ή κάποια άλλη ευρωπαϊκή πόλη- χωρίς να υπονοώ ότι η Αθήνα είναι ευρωπαϊκή πόλη, φυσικά.

Β.Π.: Αυτό είναι άλλη κουβέντα (γελια). Ήταν κάτι σαν μετάβαση από τον προηγούμενο δίσκο στον επόμενο. Έχει μια αόριστη concept θεματολογία, βασίζεται πολύ αφαιρετικά σε ένα κείμενο του I. Calvino με το ίδιο όνομα, μέρος ενός έργου που ονομάζεται “Αόρατες Πόλεις”, όντως, είναι κάποιου είδους σχολιασμός στο αστικό περιβάλλον. Οκ, είναι και λίγο της μόδας αυτή η θεματική τελευταία…

Ν.Κ.: (προς τον Βασίλη) Οκ, αλλά αυτή την φάση της αστικής ζωής την πέρασες…

Β.Π.: Ναι, μένουμε όλοι εδώ, αλλά ο Νίκος είναι από την Αθήνα, εγώ έχω περάσει χρόνια εκεί… η Μαρία, βέβαια, είναι βλαχάρα πάει στην Αθήνα μόνο για διακοπές (πολλά. πάρα. πολλά. γέλια). Δεν ξέρω έχει το York αστικό περιβάλλον;

Μ.Μ.: Δεν έχει καμία σχέση… καθόλου όμως.

Ν.Κ.: Είναι τα Τζουμέρκα της Αγγλίας.

Μ.Μ.: H Κέρκυρα της Αγγλίας.

Β.Π.: Νομίζω πως όλοι έχουν μια εμπειρία απο αυτή την αίσθηση. Πολλοί από εμάς βρεθήκαμε και εδώ επειδή δεν την παλεύαμε σε ένα αστικό περιβάλλον. Ο Νίκος π.χ. δεν έχει σχέση με την Κέρκυρα, ήρθε γιατί του άρεσε εδώ.

 

Είναι κάτι που αφήσατε πίσω, δηλαδή, και θέλατε να σχολιαστεί;

Β.Π.: Μπα δεν υπήρχε μια τόσο συγκεκριμένη σκέψη, αφορούσε κυρίως το κείμενο του Calvino που σου είπα. Το γεγονός πως θα γράψουμε κάποιου είδους soundtrack δηλαδή… μη νομίζεις μια σελίδα είναι το κείμενο και πολύ αόριστο επίσης. Με πολύ ποιητικό λόγο όμως, στο στυλ όλου του έργου των “Αόρατων Πόλεων”. Πάνω σε αυτή την σκέψη στηρίχθηκε όλο το ύφος του album και στην ουσία θέλαμε να κάνουμε μια λίγο πιο σκοτεινή συνέχεια του “Deadfile” δίσκου… η όλη τεχνική του πως γράφτηκε ήταν η ίδια, με samples κατα βάση και ορισμένα φυσικά όργανα. Είναι κάτι ανάμμεσα στους δύο προηγούμενους δίσκους για να το θέσω έτσι. Πάντως με αυτό το album θεωρούμε πως έκλεισε ο προηγούμενος κύκλος, όπου γράφουμε μουσική με βάση τον υπολογιστή και το κολαζ  ήχων δηλαδή. Θέλουμε να πάμε σε ένα διαφορετικό επίπεδο.

 

Σε όσα live σας έχω δει, και σε όσα πράγματα έχω βρει στο διαδίκτυο, ο ήχος σας βγαίνει πολύ πιο rock σε σχέση με τους δίσκους. Αυτό θα επηρεάσει την επόμενη δουλειά σας; Θα κινηθεί δηλαδή σε αυτή την κατεύθυνση, ή επειδή είναι live θέλετε να βγαίνει κάτι πιο δυναμικό; Ειδικά στα κομμάτια του πρώτου δίσκου;

N.K.: Πιστεύω ότι σου δημιουργείται αυτή η εντύπωση επειδή στον προηγούμενο δίσκο δεν υπήρχαν οι κιθάρες σαν όργανα. Στερεοτυπικά όταν λέμε rock, δεν προσπαθούμε να το προσεγγίσουμε τόσο πολύ, πχ στο “Jericho” πλησιάζουμε τον πιο Βlues/ Americana, έναν πιο roots ήχο όσο μπορούμε, δεν προσπαθούμε να είναι rock με τη στενή έννοια του όρου. Είναι και λίγο συγκεχυμένος πια σαν όρος ώστε να περιγράψει κάτι. Τώρα βέβαια, στα live είναι πάντα πιο έντονο το στοιχείο αυτό, είναι πιο ωμός ο ήχος, παρόλα αυτά δε νομίζω ότι κινούμαστε καθόλου σε rock φόρμες. Σαν δομή, σίγουρα όχι, δηλαδή όλο αυτό το κουπλέ/ρεφραίν δεν υπάρχει… Ουσιαστικά ίσως στο post rock περισσότερο να πλησιάζουμε όσον αφορά τη δομή ενός κομματιού, αλλά ο ηλεκτρικός ήχος καθαρά εξυπηρετεί την γενική ατμόσφαιρα που δημιουργείται στο κομμάτι.

Β.Π.: Αν τώρα υπάρχει ένα rock στοιχείο που δεν υπήρχε πριν, είναι το ηχόχρωμα στις κιθάρες, οι οποίες κατά βάση παίζουν και στο “Jericho” και στο “Hollow Land” και σε άλλα κομμάτια από το επερχόμενο album, κάπου ανάμεσα στο blues παίξιμο και από την άλλη είναι το post rock που μας φάνηκε ενδιαφέρον, να βρούμε πως συνδυάζονται αυτά τα δύο μαζί. Μετα τα κλασικά όργανα, τα οποία μας προέκυψαν, σε κάποια σημεία κάπως πιο baroque… τα έχουμε μπλέξει λιγάκι βλέπεις. (γέλια)

Ν.Κ.: Η λογική συνθετικά, όπως και σε επίπεδο sound design, είναι ότι εφόσον η χροιά του ήχου εξυπηρετεί την ατμόσφαιρα που πρέπει να υπάρχει, την χρησιμοποιούμε ακομπλεξάριστα. Μπορεί να αγγίζει το σημείο της πρόκλησης, μερικά όργανα ίσως δε θα έπρεπε να είναι εκεί που είναι, αλλά από τη στιγμή που φέρνει την ατμόσφαιραπου θέλουμε να περάσουμε, δε θα διστάσουμε. Αυτό είναι και το πλεονέκτημα του να έχεις μια 11-μελή μπάντα, ότι μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο. Από εκεί και πέρα δε νομίζω ότι μπορούμε να περιορίσουμε κάπως τον ήχο μας και να του βάλουμε οποιαδήποτε ταμπέλα.

B.Π.: Ούτως η άλλως πιστεύω ότι το σύνολο της μουσικής που προκύπτει τα τελευταία χρόνια έχει πρόβλημα στο να αυτοπροσδιορίσει ακριβώς τον ήχο του, κι ευτυχώς δηλαδή, δε λέμε ότι μόνο εμείς δεν το κάνουμε, γενικότερα βγαίνουν πράγματα που δεν είναι εύκολο να τα κατατάξεις.

 

Απλά είναι και λίγο κάπως να έχεις μια DIY 11-μελή μπάντα στην Κέρκυρα, δεν είναι κάτι που βλέπεις πολύ συχνά…

Β.Π.: Όχι πολύ συχνά για την ώρα, ε;

N.K.: Έχει πάντως δυσκολίες, μεγάλες.

 

Είχατε πολλές αλλαγές στα μέλη;

B.Π.: Ναι, είχαμε πολλές κι έχουμε ακόμα. Είχαμε τους φοιτητές οι οποίοι έφυγαν, είχαμε άλλους που ήρθαν, δεν ταίριαξαν και έφυγαν και αυτοί, στην ουσία αν εξαιρέσεις τη Μαρία που είναι απο εδώ, ο πυρήνας της μπάντας είμαστε ντόπιοι. Τα παιδιά που έρχονται φοιτητές από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών, αναγκαστικά έχουν ένα όριο στο πόσο θα μείνουν, οπότε έχουμε αυτόν τον περιορισμό, δεν είναι εύκολο να βρεις κάποια όργανα εδώ, υπάρχει και το φαινόμενο να παίζουν μουσική πάρα πολλοί αλλά σε ερασιτεχνικό επίπεδο, δεν ασχολούνται με το να κάνουν μουσική, πέρα από το να παίξουν σε μια φιλαρμονική, υπάρχει δηλαδή αυτό το μάγκωμα… Είναι λίγο δύσκολο να βρεις κάποιον να συμμετέχει σε αυτό, τουλάχιστον εδώ, που δεν είναι Αθήνα ώστε να μπορείς να ψάξεις και να βρεις ένα σωρό μέλη, οι επιλογές είναι περιορισμένες. Ευτυχώς που υπάρχει και το Τμήμα Μουσικών Σπουδών και βρίσκουμε μέλη από εκεί, και να είναι καλά τα παιδιά, η αλήθεια όμως είναι ότι εφόσον κάποια στιγμή θα φύγουν, πέρα από τους βασικούς, τα υπόλοιπα μέλη είναι λίγο φλου.

deadfile-1

Η ζωντανή ηχογράφηση στην εκκλησία του Αγ. Φραγκίσκου θα βγει ως κανονικό release;

Β.Π.: Έχουμε ανεβάσιε ήδη το “Jerricho”, κάποια στιγμή θα ανέβει το “This Ηollow Land” σε μια πολύ διαφορετική εκτέλεση από αυτήν του πρώτου δίσκου και αργότερα το “Everlasting Day”. Ίσως σε κάποια φάση ανέβουν και τα 5 κομμάτια που παίξαμε στο vmeo σαν ένα μικρό live μισής ώρας. Σχέδια για κανονικό release που θα μπει στην εργογραφίαφια δεν έχουμε.

Ν.Κ.: Όλη η ιστορία ξεκίνησε όταν έβγαζα βόλτα τον σκύλο, βασικά. Είχαμε μαζευτεί σε ένα σπίτι φίλων ώστε να δείξουμε τα κομμάτια στην καινούργια μας τσελίστρια, όπου είχαμε ορισμένες φωνές, τσέλο και ακουστική κιθάρα. Ένα σημείο του “Jerricho” είχε βγει πολύ ενδιαφέρον την ώρα της πρόβας, και όταν αργότερα κάναμε βόλτα έξω από τον Άγιο Φραγκίσκο λέγαμε για πλάκα ότι θα ήταν ωραίο να γίνει ένα ακουστικό σετ σε αυτόν το χώρο όπου έχει ένα πολύ ωραίο φυσικό reverb. Άλλωστε εκεί γίνονται πολλές εκδηλώσεις του Μουσικού… Ο Βασίλης είχε την ιδέα και όταν είδαμε, μετά από ορισμένες επαφές, ότι μπορούμε να το κάνουμε, μιλήσαμε με τον φίλο μας τον Γρηγόρη (σ.σ. Πανόπουλο) και το κανονίσαμε. Μη φανταστείς, για 3 κομμάτια είχαμε προβαριστεί αλλά εκεί που περιμέναμε ότι θα είχαμε μια κάμερα σε τρίποδο σε ό, τι αφορούσε τον εξοπλισμό, όταν πήγαμε στον χωρο είδαμε γερανούς, 4 κάμερες, slider, 4 μικρόφωνα κλπ… Δεν οργανώθηκε ποτέ όπως ίσως θα έπρεπε να είχε γίνει, δεν είμασταν έτοιμοι για αυτό, αλλά η εικόνα είναι επαγγελματική.

 

Τι αποκομίσατε από την συναυλία σας στο ίδρυμα Κακογιάννη στο πλαίσιο των “Νυχτών Ραδιοφώνου” του “105,5 Στο Κόκκινo”; Θυμάμαι ότι τόσο ο Α. Καλοφωλιάς από τους Last Drive όσο και ο Μ. Μιλάτος μίλησαν με πολύ κολακευτικά λόγια για την δουλειά σας.

Β.Π.: Ήταν σίγουρα παράξενη εμπειρία επειδή μέχρι τότε είχαμε κάνει μόνο 2 live στην Κέρκυρα. Ήμασταν μια άγνωστη επαρχιακή μπάντα. Κάποια στιγμή γνωρίσαμε στην Κέρκυρα τον Αλέξη Καλοφωλιά ο οποίος είχε ακούσει ορισμένα κομμάτια μας, στην συνέχεια μας κάλεσε στις “Νύχτες Ραδιοφώνου”. Ήταν μια πάρα πολύ όμορφη συναυλία.

Ν.Κ.: Σίγουρα ο καλύτερος ήχος που είχαμε on stage.

Β.Π.: Ήταν μια τεράστια τιμή για μας να παίξουμε σε αυτό τον χώρο και να μιλήσουν έτσι για εμάς αυτοί οι άνθρωποι.

 

Έχετε δουλέψει και σε soundtrack αν δε κάνω λάθος;

Β.Π.: Όχι ακριβώς, απλώς έχουμε δώσει ορισμένα κομμάτια σε μια ταινία μικρού μήκους που ονομάζεται “On Hold” σε σκηνοθεσία του Γιώργου Τσουρογιάννη. Δεν ήταν πρωτότυπες συνθέσεις. Υπάρχουν κάποια σχέδια για O.S.T. αλλά δεν μπορούμε να ανακοινώσουμε κάτι επίσημα. Θα ενημερώσουμε πάντως αν κάτι προκύψει.

 

Σχέδια για live υπάρχουν στο πλαίσιο της προώθησης του νέου δίσκου;

Β.Π.: Κοίτα, από τέλη Σεπτέμβρη χάνουμε 4 μέλη (3 φωνές και 1 τσέλο). Που σημαίνει ότι μπαίνουμε στην διαδικασία να βρούμε αντικαταστάτες και για live θα δούμε λογικά από Γενάρη, καθώς θα πρέπει να κάνουμε πρόβες.

Ν.Κ.: Ακούγεται κάπως σκληρό όπως το λες… (γέλια) Αλλά ισχύει.

Β.Π.: Ναι, και να τελειώνουμε με την μίξη κάπως.

 

Έχετε θέσει κάποιο deadline για την κυκλοφορία του νέου δίσκου;

N.K.: Ναι, έχουν περάσει 3, επίσημα (γέλια).

Μ.Μ.: Το τελευταίο ήταν τον Μάη.

Β.Π.: Αυτά που έχουν ακουστεί και εκτός μπάντας, βασικά.

Ν.Κ.: Το DYI έχει δυσκολίες, πολλά τεχνικά προβλήματα τα οποία προκύπτουν και στην πορεία, αλλά τα λύνουμε. Το βασικό είναι η έλλειψη χρόνου που μας αφήνουν οι full- time δουλειές μας… Αλλά πίστεψέ με θέλουμε πάρα πολύ να βγει ο νέος δίσκος!

 

 

(Πολλά ευχαριστώ στον Γιάννη Καψάσκη για την πολύτιμη βοήθειά του στην απομαγνητοφώνηση.)

Closerfield


Μουσικός, κοντός, αξύριστος. Τα τελευταία 9 χρόνια πίνει Stoli με δύο πάγους και φέτα λεμόνι. Όχι κάθε μέρα. Τι μας περάσατε;