Τα 5 τραγούδια της σημερινής ουράς στο ATM

atm1

Το έχω σκεφτεί πολύ. Ίσως υπερβολικά πολύ, όμως κατέληξα ότι δεν πρέπει να φοβάμαι. Θα είμαστε ψύχραιμοι και θα αντιμετωπίσουμε ότι προκύψει, μέχρι να περάσει η μπόρα.

Το πρώτο καθημερινό εμπόδιο λοιπόν (αφήνοντας ηθελημένα στην άκρη την πανηλιθιότητα των συμπολιτών μας και μια μνημονιάρα 3 μέτρα που θα υπογράψει ο Άλεξ μεθαύριο) είναι η αναμονή στην ουρά του ΑΤΜ. Αντιστάθηκα τις πρώτες μέρες των capital controls, το έπαιξα cool, αλλά λίγο μετά που φυσικά ξεφραγκιάστηκα, το πήρα απόφαση.

Θα πάω να στηθώ στην ουρά.

Ήμουν χαλαρός. Δε σκέφτομαι την πιθανή ταλαιπωρία, έχει ξυπνήσει ο χίπης μέσα μου και φαντασιώνομαι έναν κόσμο συνεργασίας, όπου άγνωστοι μεταξύ αγνώστων βάζουμε την άνεση και την τεχνητή ευμάρεια του καπιταλισμού παράμερα, ώστε ενωμένοι να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας. Θέλω να πιστέψω ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αν αλλάξουμε πρώτα τον τρόπο που ζούμε, που λειτουργούμε, που φερόμαστε ο ένας στον άλλον.

 

Ανοίγω το iPod και πατάω play.

 

Από μακριά, η ουρά μοιάζει απελπιστική. Από κοντά, είναι χειρότερη. Ο 2Pac όμως με έχει οπλίσει με αισιοδοξία και το βήμα μου παραμένει σταθερό. Αφού παίρνω τη θέση μου πίσω από έναν τύπο με ροζ μπλουζάκι (αυτή η μάστιγα) επανεκτιμώ την κατάσταση και αποφασίζω να προσαρμόσω το playlist. Χρειάζομαι κάτι με μακριά και ήσυχη εισαγωγή, που προοδευτικά να χτίζεται σε κάτι κλιμακούμενο, που όταν θα ξεδιπλωθεί, θα με ανταμείψει για την υπομονή μου.

 

Το χέρι πάει αυτόματα σε αυτό το μπλε album.

 

Και όντως, λειτουργεί. Περνάει αρκετός χρόνος όπου η ουρά προχωράει μεν, αργά δε. Το πρόβλημα; Καλή η ατμόσφαιρα, αλλά τα απαλά ηχοτοπία αδυνατούν να καλύψουν τις γαιδουροφωνάρες και τις διαφωνίες του σοφού ελληνικού λαού που περιμένει μαζί μου. Οι μισοί είναι βέβαιοι ότι οι Τούρκοι περιμένουν να εισβάλλουν στον Έβρο και τσακώνονται με τους άλλους μισούς που σχεδιάζουν να πάνε αμέσως μετά στο σουπερμαρκετ για να στοκάρουν αλεύρι, μακαρόνια και ρύζι, ώστε να αντιμετωπίσουν το λιμό που θα ακολουθήσει το βομβαρδισμό της Luftwaffe.

 

Δεν τους αντέχω, θέλω φασαρία και τσίτα, δεν αντέχω να τους ακούω άλλο.

 

Δε μπορώ να αποφασίσω αν η ένταση είναι η σωτηρία, ή η καταδίκη μου. Ναι, οι φωνές δεν υπάρχουν πια, όμως έχω ήδη κουραστεί, πονάει η μέση μου, με χτυπάει και ο ήλιος, με τσίτωσε η μουσική και νιώθω ότι είμαι στα όρια.

Μόνη πνοή ελπίδας; Η Αριστερά. Προφανώς κάνω πλάκα, αλήθεια τώρα;

Αυτό που με κρατάει όρθιο είναι το ότι έχω σχεδόν φτάσει. Είμαι δεύτερος πλέον στη σειρά, μπροστά μου έχω μόνο τον τύπο με το ροζ μπλουζάκι. Που εδώ και δέκα λεπτά μιλάει στο τηλέφωνο, με handsfree. Με ζώνουν τα φίδια, αλλά σκέφτομαι «σχεδόν τελείωσε, κράτα λίγο ακόμα». Μέχρι που ο ΓΑΜΗΜΕΝΟΣ βγάζει ένα πορτοφολάκι και τραβάει λεφτά από 5 ΓΑΜΗΜΕΝΕΣ ΚΑΡΤΕΣ! 5! Ω θεοί, δώστε μου δύναμη, η αυτοσυγκράτηση μοιάζει ένα μακρινό όνειρο.

 

Ενώ κοιτάζω το σβέρκο του με τα μάτια μου να πετούν κατάρες, θέλω μόνο να τον κόψω κομμάτια.

 

Τη στιγμή που πραγματικά πίστεψα ότι θα με πάρουν αλυσοδεμένο από εκεί, τα μαζεύει και φεύγει και ο δρόμος είναι ορθάνοιχτα δικός μου. Νιώθω σαν να έχω ανέβει στην κορυφή του ψηλότερου βουνού.

 

Με το ένα χέρι βγάζω το πορτοφόλι, με το άλλο οδηγώ τον αντίχειρα στο κομμάτι της ανακούφισης.

 

Όσο φορτώνει η εισαγωγή, πληκτρολογώ στο ATM, και μοιάζουν όλα κοσμικά υπολογισμένα, ώστε τη στιγμή που ξερνάει το 50αρικο, σκάει το εισαγωγικό riff και η μέρα γίνεται όμορφη. Το χώνω τσαλακώνοντάς το στην τσέπη και αφήνω πίσω μου την ουρά λες και είναι έκρηξη σε ταινία. Απομακρύνομαι με το βλέμμα στο άπειρο και δεν πα να πάρει φωτιά το σύμπαν πίσω μου, με εκείνη τη γλύκα της καθημερινής νίκης που όλοι έχουμε νιώσει.

Έχει έρθει η ώρα για την ξεκούραση του πολεμιστή. Την κέρδισες, την αξίζεις.

Τι εννοείς πρέπει να το ξανακάνω αύριο;

Γιάννης Καψάσκης


Δισκοπώλης, θεωρητικός, με πάθος για τη σημειολογία, το σουηδικό metal και το ρολό κοτόπουλο