This Heart Of Mine

check

Δε με συμπαθώ το καλοκαίρι. Όχι ότι είμαι a ray of sunshine τις άλλες εποχές, αλλά τον χειμώνα τουλάχιστον με αντέχω. Το καλοκαίρι είμαι ανυπόφορος. Και όσο παγωτό σοκοβατόμουρο κι αν φας, δε βοηθάει (πολύ) τελικά. Οι τελευταίες μέρες το πάλεψαν με τις βραδινές πλημμύρες (άλλοι μάζευαν τις τέντες και τα ρούχα κι εγώ στεναχωριόμουν που δεν έμαθα να παίζω πιάνο), τον καινούριο δίσκο των Wolfheart και το live των Agalloch αλλά δεν ήταν αρκετά για να έρθει ο χειμώνας και να σβήσουν ό,τι προηγήθηκε, ούτε καν για να τα μουτζουρώσουν λίγο μπας και ξεχαστούν κάποια στιγμή.

Οι μέρες που σου βγαίνουν κάθισαν στον πάγκο και έδωσαν τη θέση τους στις μέρες που δε βγήκαν, μια πόλη που δε με κρύβει αρκετά, σε λίγες μέρες μια πόλη που δε με κρύβει καθόλου, όπου και να πας όμως κουβαλάς τον εαυτό σου, πόσα λεφτά έχουμε, για πόσο θα φτάσουν, δε φτάνουν με τίποτα, οι συζητήσεις με φίλους που θέλω να συζητώ για ώρες άρχισαν να μειώνονται στις δύο, η εξής μία με τον Πέτρο, έφυγε ο Πέτρος πίσω στη Σουηδία, να θυμηθώ να τον επισκεφτώ κάποια στιγμή, να μου δείξει το σπίτι του Gildenlow και να πάμε μαζί στον τάφο του Quorthon με τα σπαθιά μας, λίγα βιβλία από εδώ, λίγες σειρές από εκεί, εντάξει αυτά τα κάνουμε και τον χειμώνα και έχουμε και τις κουβέρτες μας, τώρα είναι καλοκαίριΠΡΕΠΕΙΝΑΠΑΡΤΑΡΟΥΜΕΟΛΗΜΕΡΑΚΑΙΟΛΗΝΥΧΤΑ, δεν παρτάραμε πολύ, δεν ξέρω οι άλλοι τι έκαναν, η άλλη πάντως παντρεύτηκε, ή θα παντρευτεί, δε θυμάμαι, δεν ασχολούμαι, ας παντρευτεί, καλά τα είπες Βλαντιμίρ, είμαι ήρεμος σαν σφυγμό πτώματος. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε ένας πόνος εκεί αριστερά να με στείλει πρώτη φορά στον καρδιολόγο. 

-Ξάπλωσε και βγάλε και την μπλούζα. Ώπα. Μισό. Τι θα πει «και την μπλούζα». Το ήξερα ό,τι σε καρδιολόγο πρέπει να βγάλεις την μπλούζα, δεν είναι μέσα στο τοπ5 των πραγμάτων που περιμένω από τη ζωή μου στο μέλλον αλλά το είχα αποδεχτεί ότι πρέπει να γίνει. Αυτό το «και» όμως δεν μπορώ να το διαχειριστώ, περιμένει να βγάλω και κάτι άλλο εκτός από την μπλούζα ή απλά δεν ξέρει να χρησιμοποιεί τον σύνδεσμο; Το δεύτερο σενάριο ήταν μάλλον απίθανο, καρδιολόγος, μορφωμένος άνθρωπος δηλαδή, αποκλείεται να μην ξέρει να μιλάει. Το πρώτο σενάριο όμως ήθελε walkthrough κι εγώ είχα κολλήσει σαν τον Guybrush στο Monkey Island και έψαχνα τη σωστή απάντηση για να προχωρήσει η ιστορία.

-Μόνο την μπλούζα μου θα βγάλω. (ε;)

-Ναι, μόνο την μπλούζα. (τι άλλο ήθελες να βγάλεις δηλαδή;)

-Oκ. (δεν ξέρω τι άλλο ήθελα να βγάλω ηλίθιε, εσύ είπες «και την μπλούζα», δεν μπορούσες να το πεις χωρίς το «και» να μη με έχεις εδώ να σκέφτομαι τι σκατά εννοείς όχι, έπρεπε να γίνει όλο αυτό το μπέρδεμα γαμ…)

-Ξάπλωσε και θα έρθει η βοηθός μου για τα υπόλοιπα. Ξαπλώνω. Βοηθός μπαίνει. Σηκώνομαι. Αυτοκόλλητα, τζελ, πασάλειμμα με το τζελ, υπέρηχος, υπέροχα. Ίσως έπρεπε να έχω κάνει ξανά κάποια επίσκεψη στη συγκεκριμένη ειδικότητα, άλλωστε φτάσαμε στην ηλικία που ψάχνεις στο ίντερνετ κάτι συμπτώματα που εμφάνισες τελευταία και βλέπεις ότι τελικά είσαι ετοιμοθάνατος. Μετά ήρθαν όσα ανέφερα παραπάνω και μια τσιμπιά, 2 σφάχτες, 3 ποναλάκια φτου και βγαίνω, ε ας πάω για ένα τσεκ απ. Η βοηθός συνεχίζει να φέρνει βόλτες και να ανακατεύει το τζελ πάνω μου, το μηχάνημα του υπέρηχου βγάζει κάτι περίεργους ήχους, δεν μπορώ να σηκωθώ να δω την οθόνη, ίσως αν σηκωθώ να δω λίγο τη βοηθό πάει καλύτερα η καρδιά μου, δεν ξέρω, trial and error λέγεται και μπορούμε να το δοκιμάσουμε, άκυρο, μπήκε ο καρδιολόγος. Και εκεί σοβαρέψαμε απότομα. Κάτι «χμ» ο ένας, κάτι για «διαφυγές» η άλλη, κάτι «γράψ’ το κι αυτό» πάλι ο ένας, φεύγει η βοηθός, κάθεται μπροστά μου ο ένας.

-Θα κάνουμε και ένα τεστ κόπωσης και μετά θα τα πούμε μέσα στο γραφείο. Ναι, θα το κάνουμε μαζί το τεστ κόπωσης ή είναι σαν τη βλακεία με την μπλούζα, κουράστηκα ήδη μέχρι να βρω τη λύση για τον πρώτο γρίφο, δεν θα αντέξω και δεύτερο, να το ξέρετε. Τελικά μόνο για μένα ήταν το τεστ, διάδρομος, κάθε 3’ ανέβαινε η ταχύτητα, στα πρώτα 8’ ήμουν πολύ κουλ και άνετος, μετά οι κόκκινες τελίτσες που έβλεπα άρχισαν να με εμποδίζουν λίγο. Έφυγε ο καρδιολόγος, θα περίμενε στο γραφείο μέχρι να πάρω καμιά ανάσα και να σηκωθώ από το πάτωμα, η βοηθός γύρισε και καθόταν από πάνω μου με όλα τα χαρτιά από τις εξετάσεις στο χέρι. Τα κοιτούσε, μετά κοιτούσε εμένα, κάτι προσπαθούσε να πει, το μετάνιωνε, ξανά χαρτιά, τελικά δεν άντεξε και με ρώτησε. «Καλά, τι έπαθες και έγινες έτσι;» Τι να της εξηγήσω.