Τι θες να πείς «Δεν είδα ακόμη το ‘The Revenant’»;

revenant

Μπορεί το 2016 σε ό,τι αφορά την μουσική να μας έχει μπει από στραβά έως και γαμώ το κερατό μας το τράγιο, με το κενό που αφήνουν μορφές όπως ο Lemmy, ο Boulez και ο Bowie να κάνει αφόρητα πιο φτωχές τις μουσικές που αγαπήσαμε, ωστόσο το πράγμα δείχνει ίσως και να αντισταθμίζεται ελαφρώς με αυτά που συμβαίνουν στα χωρία της 7ης τέχνης. Και αυτό διότι και οι 2 ταινίες που πρόλαβα να δω μέσα σε αυτό το πρώτο 15ήμερο του νέου έτους είναι- κατά την ταπεινή μου αποψάρα- αριστουργήματα.

Ενώ λοιπόν ‘Ο Γιος του Σάουλ’ είναι ίσως η πιο ‘αυθεντική’ αλλά και συνάμα τρομακτικότερη ταινία που έχει γυριστεί ποτέ για το ολοκαύτωμα, βάζοντας σιγά-σιγά τις βάσεις σε ένα πολύ γερό portfolio για τον νεαρό θεούλη Lazlo Nemes, ήταν το ‘The Revenant’ που μας έκανε να πιστεύουμε ότι το όσκαρ σκηνοθεσίας θα πρέπει να μετονομαστεί άμεσα σε ‘Alejandro Inarritu Award’ και να του το δίνουμε κάθε χρόνο από εδώ και εμπρός. Κάτι σαν τον Ολυμπιακό με το Αιγάλεω αλλά σε πιο pop- culture.

Το ‘The Revenant’ βασιζόμενο στο ομώνυμο βιβλίο του Michael Punke, διηγείται την ιστορία μιας παραστρατιωτικής ομάδας κυνηγών η οποία δέχεται επίθεση από έναν στρατό αυτοχθόνων (δεν κάνω spoiler, σοβαρά είναι τα πρώτα 5 λεπτά της ταινίας). Στην συνέχεια προσπαθούν να φτάσουν μέσω κακουχιών σε ένα φρούριο των αποικιοκρατών ενώ αναγκάζονται να λάβουν μια σειρά δύσκολων αποφάσεων.

Παρότι ωστόσο το σενάριο δεν διεκδικεί σε καμία περίπτωση δάφνες πρωτοπορίας, η συγκεκριμένη ταινία αποδεικνύει ότι τελικά η παράδοση ή- καλύτερα- ο τρόπος παρουσίασης ενός σεναρίου είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της αφηγηματικής τεχνικής. Είναι άλλωστε πολύ πιο ενδιαφέρον να παρακολουθείς την ανάπτυξη ενός χαρακτήρα εάν δεν μαθαίνεις στα πρώτα 5’ που τον γνωρίζεις όλο το background του.

Η φωτογραφία και η συνολικότερη σκηνοθετική προσέγγιση είναι ξανά μοναδικές, στο γνώριμο, πλέον ύφος του Inarritu, ο οποίος με μεγάλα υποβλητικά μονοπλάνα κρατάει την ‘θεατρική’ προσέγγιση του ‘Birdman’ τοποθετώντας, ωστόσο, αυτήν σε μια γιγαντιαίου εύρους κλίμακα παίρνοντας το 100% από τον εμβληματικό φωτογράφο Emanuel Lubezki (‘Birdman’, ‘Children of Men’, ‘The Tree of Life’). Το αποτέλεσμα είναι ακόμη εντυπωσιακότερο αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι η πλειοψηφία των γυρισμάτων έλαβε χώρα σε εξωτερικούς χώρους και διήρκεσαν 8(!) μήνες με τον Inarritu να δηλώνει ότι ‘Εάν καταλήγαμε να το γυρίσουμε σε greenscreen με καφέ και όλους να περνάνε υπέροχα, θα ήμασταν χαρούμενοι, αλλά το πιο πιθανό θα ήταν ότι η ταινία θα κατέληγε μια μαλακία’.

Το πραγματικά εντυπωσιακό με το ‘The Revenant’ δε, είναι ότι ενώ εφάπτεται σε μια σειρά φύσει ετερόκλητων genres καταφέρνει να μπορεί να χαρακτηριστεί ταυτοχρόνως μια εκ των κορυφαίων ταινιών δράσης, ψυχογολογικού δράματος αλλά και -σε αρκετές περιπτώσεις- ντοκυμαντέρ με τα αποκαλυπτικά, χιονισμένα τοπία της Αργεντινής, του Καναδά και των ΗΠΑ να κόβουν την ανάσα. Ίσως από την άλλη, αυτή να ήταν και η ίδια η πρόθεση του δημιουργού καθώς μπορεί μεν οι συγκρούσεις μεταξύ των μελών της διωκόμενης ομάδας(;) να είναι στο προσκήνιο, αλλά είναι η ίδια η επιδραστική δύναμη της φύσης που τελικά επιβάλει το τέμπο της ταινίας.

Οι ερμηνείες είναι για μια ακόμη φορά εξαιρετικές με τον DiCaprio καθιερωμένος πλέον ως ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, να στέκεται επάξια δίπλα στον συγκλονιστικό Tom Hardy, όπου παρεπιπτόντως καλό θα ήταν να αρχίσουμε να συμβιβαζόμαστε με την ιδέα ότι θα τον βλέπουμε σε κάθε καλή ταινία που γυρίζεται από εδώ και πέρα.

Τέλος, ιδιαίτερη μνεία χρήζει η επιλογή ενός από τους σημαντικότερους συνθέτες ηλεκτρονικής μουσικής για το O.S.T. του ‘Revenant’. Η μουσική του Alva Noto σε συνεργασία με τον Bruce Dessner των ‘The National’ και τον Ιαπωνέζο R. Sakamoto στέκεται υπέροχα μαγευτική δίνοντας τον απαραίτητο δραματικό τόνο που διακρίνει όλες τις ταινίες του Inarritu με την σημαντική επισήμανση όμως, ότι σε καμία των περιπτώσεων δεν υπεραπλουστεύει την γενική εντύπωση που αφήνει στους δέκτες, καθότι αποφεύγει εντέχνως μια συναισθηματική χειραγώγηση του κοινό προς ‘φτηνά’ κατασκευασμένες, πολύ συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

 

ΥΓ:

bear

Closerfield


Μουσικός, κοντός, αξύριστος. Τα τελευταία 9 χρόνια πίνει Stoli με δύο πάγους και φέτα λεμόνι. Όχι κάθε μέρα. Τι μας περάσατε;