Το αναφαίρετο δικαίωμα στη μουσική

girl

Κάθε πρωί η μέρα μου ξεκινάει με το να βάζω μουσική. Κάθε πρωί το πρώτο πράγμα που κάνω, εκτός απροόπτου, είναι να ακούω μουσική και αποτελεί αδιαμφισβήτητα το πιο ζωτικό κομμάτι της ημέρας, το παγανιστικό βουντού που μου εξασφαλίζει την επιβίωσή μου και καθησυχάζει την ύπαρξή μου μέσα σε μία περιρρέουσα ατμόσφαιρα νευρωτικής ανασφάλειας και οξείας ανησυχίας για όλα τα χρυσοσκονένια και νεραϊδίσια πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας.
Δεν είναι το Xanax, δεν είναι ο βελονισμός, δεν είναι το Χάρε το Κρίσνα και σίγουρα δεν είναι το σύμπαν που ποτέ δεν θα συνωμοτήσει υπέρ μας, νισάφι με τον Κοέλο. Είναι η μουσική. Ό, τι κι αν διαβάσουμε, ό, τι κι αν γράψουμε, ό, τι κι αν δούμε, το ηλεκτροσόκ του συναισθήματος, η νοερή ΔΕΗ που ανάβει πεισματικά τα εσώτερα φώτα μας, θα είναι πάντα η μουσική.
Όποτε, όπως εξιστορούσα παραπάνω, η καθημερινότητά μου, η οποία σίγουρα δεν αφορά κανέναν, σύμφωνώ, αλλά βοηθάει στο να φτάσουμε στο ζήτημα αυτού του κειμένου, περιλαμβάνει το να ακούω μουσική. Θα μπορούσα να το τραβήξω ακόμα περισσότερο παραδεχόμενη ότι μάλλον είμαι σχιζοφρενής και ζω δύο καθημερινότητες.
Η μία μου καθημερινότητα είναι η πραγματική, αυτή χωρίς τις οθόνες με τα πράσινα ψηφία του Matrix. Η άλλη όμως είναι η ζωή που ζω παράνομα, σχεδόν ενοχικά, μέσα από τα ακουστικά μου. Παραδείγματος χάριν, υπάρχουν δύο Δευτέρες. Υπάρχει η Δευτέρα στον πλανήτη Γη και στα τετραγωνικά μέτρα που μου αναλογούν πάνω της και υπάρχει και η Δευτέρα κατά την οποία ξεχνάω τα τετραγωνικά μου μέτρα και κάθομαι στον καναπέ του σπιτιού του Bruce Springsteen, τρώμε μήλα και γελάμε για το ότι την έφερε στην ομοφοβική Βόρεια Καρολίνα των ΗΠΑ, ακούγοντας παράλληλα τον δίσκο του “Nebraska” να σιγοπαίζει από τα ηχεία. Υπάρχει η Τρίτη κατά την οποία τρέχω αλλόφρων στην «δε θα μπορούσε να με νοιάζει λιγότερο» δημόσια υπηρεσία για το «δε με αφορά» συγχωροχάρτι του κράτους και υπάρχει και η Τρίτη κατά την οποία καθώς οδεύω προς την υποχρέωσή μου, μέσα από τα ηχεία μου λιώνει κάποια μουσική και το περπάτημά μου θα το ζήλευε και ο Richie Finestra από το Vinyl.

vinyl

Υπάρχει η Τετάρτη της φασίνας και υπάρχει και η Τετάρτη που ακούω τον Isaac Hayes και είμαι στην Αμερική του ’70 χωμένη κάπου μέσα στα γραφεία της Stax Records για να μπορώ να γίνω μάρτυρας στην γέννηση της καλύτερης soul μουσικής.
Υπάρχει όμως και το Μάλι.

 

mali
«Το Μάλι, λοιπόν είναι εδώ»

Το Μάλι είναι ένα κράτος της Δυτικής Αφρικής και μπήκε στη ζωή μου ένα απόγευμα μιας Τρίτης, όταν δύο άνθρωποι με mp3 και ακουστικά στις τσέπες τους κάθισαν σε μία αναπαυτική αίθουσα σινεμά για να παρακολουθήσουν σε μία οθόνη, πώς ο λαός του Μάλι, ύστερα από την εισβολή των τζιχαντιστών στην χώρα του και με την επιβολή της σαρίας, ζει υπό ένα καθεστώς τρομοκρατίας το οποίο τους απαγορεύει ν’ ακούσουν μουσική. Τους απαγορεύει να ζουν σε πρώτη ανάλυση φυσικά, αλλά ας ασχοληθούμε με τη μουσική που είναι κομματάκι πιο εύκολο.
Αισθάνθηκα, λοιπόν, εκεί μέσα στην σκοτεινή αίθουσα στου σινεμά, ένοχη για το mp3 και τα ακουστικά στις τσέπες μας και για το πόσο εύκολο τους ήταν να μας παρέχουν μουσική. Αισθάνθηκα ένοχη για όλες τις φορές που έβαλα ένα ηλίθιο τραγούδι στο Youtube και καταχράστηκα τον χρόνο που μου δίνεται ενώ θα έπρεπε ν’ ακούω κάτι που μου αρέσει πραγματικά. Ένιωσα άσχημα για κάθε φορά που απερίσκεπτα, χωρίς ν’ ανακατέψω και πολύ τη γλώσσα στο κεφάλι μου, έριξα το καντήλι του αιώνα σε κάποιο συγκρότημα γιατί σύμφωνα με τα ξιπασμένα μου βολεψιάρικα κουλτουριάρικα γούστα «παίζουν μία από τα ίδια» και «δεν πειραματίζονται αρκετά με τον ήχο τους».

 

 

Μετάνιωσα για κάθε φορά που στάθηκα αναποφάσιστη μπροστά σε κάποιο δισκάδικο καθησυχάζοντας τον εαυτό μου ότι «θα πάρω τον δίσκο μία άλλη φορά μωρέ». Αυτοοικτιρίστηκα που έχω βινύλια, αλλά είμαι αρκετά υποκρίτρια ώστε να μην έχω πικάπ, εγκαταλείποντας στην λήθη τους δίσκους μου αγρατζούνιστους και άπαιχτους, για να μπορώ να έχω μία συλλογή από μουσική που δεν ηχεί στα ράφια μου να σκονίζεται. Εκνευρίστηκα για κάθε συγκρότημα που ήρθε στην πόλη μου ή στην χώρα μου και δεν έκανα την προσπάθεια να πάω στην συναυλία τους λες και η πορεία της μουσικής θα κάνει παύση για μένα και θα με περιμένει. Κυρίως θύμωσα βέβαια, γιατί δυστυχώς γνώριζα ότι εκεί στο κάθισμα του σινεμά, κάθονταν δύο άνθρωποι λυπημένοι για όλο αυτό που έβλεπαν μπροστά τους, οι οποίοι όμως αύριο θα εγκατέλειπαν το Matrix τους. Πάλι θα αγνοούσαν συναυλίες, πάλι θα εγκατέλειπαν δίσκους, θα προσπερνούσαν δισκοπωλεία και θα καρφίτσωναν το Μάλι με την έλλειψη μουσικής του κάπου σ’ ένα πίνακα ανακοινώσεων, ώστε να μπορέσουν χωρίς τύψεις να διεκπεραιώσουν τις σχιζοφρενείς εβδομάδες τους, μπαινοβγαίνοντας πότε σε μουσικά σύμπαντα και πότε σε δημόσιες υπηρεσίες.
Και ποιος θα μπορούσε να ζει έτσι; Ποιος θα μπορούσε να ζει συνειδητά κάθε λεπτό της μέρας του γνωρίζοντας ότι σε κάποιο μέρος του πλανήτη, δεκαετίες αφού αφήσαμε παχουλές και αφράτες πατημασιές στο ξεπαρθενεμένο πλέον μας φεγγαράκι, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που σφετεριζόμενοι το όνομα μιας θρησκείας απαγορεύουν στους συνανθρώπους τους με νόμους ν’ ακούν μουσική γιατί «η μουσική είναι του Σατανά»; Κανείς δε μπορεί να ζει έτσι, ευτυχώς.
Από δω και πέρα όμως, συνυπογράφοντας μία κρυφή συμφωνία με τον εγκέφαλό μου, κάθε φορά που θα βάζω μουσική το πρωί, για ένα δέκατο του nanosecond θα αναβοσβήνει υποσυνείδητα ένας νευρώνας του για το Μάλι και για τη μουσική που κάποια μέρα θα το κουφάνει από χαρά.
Εις μία Μουσική, Μητέρα, Παντοκρατόρισσα.
Ν.Κ. (το δεύτερο κάθισμα)

 

*το ντοκιμαντέρ το οποίο αναφέρεται στο κείμενο είναι το “They Will Have to Kill Us First” και προβλήθηκε στα πλαίσια του In-Edit Festival στη Θεσσαλονίκη.

Αλεξία Τζιώγα


"if the world would shut up, even for a while, perhaps we would start hearing the distant rhythm of an angry young tune, and recompose ourselves."