Το Glamcore είμαστε όλοι

glam

Σήμερα θα σας διηγηθώ μια ιστορία που με οδήγησε σε ένα νέο κύμα φιλοσοφίας, ή σε ένα νέο χαρακτηρισμό μουσικής. Είναι, νομίζω, προφανές σε όποιον έχει γράψει στη ζωή του δύο προτάσεις ότι κάθε κείμενο και κάθε ανάπτυξη ιδέας ξεκινάει από μία συζήτηση – και είναι ευχής έργον όταν τέτοιες συζητήσεις συμβαίνουν, ή μάλλον έργον αυτής της φοβερής νεράιδας που η αγγλοσάξονες ονομάζουν serendipity και στον σινεμά ήταν αυτή.

salma

 

Έχω λοιπόν ενάμιση χρόνο στο Γκέτεμποργκ κι είμαι πλέον σε θέση να κάνω την ερώτηση “μα, τι απέγινε αυτή η πόλη, τι της συνέβη;”. Φυσικά, το έναυσμα ήταν μουσικό. Ερχόμενη περίμενα να δω φερέλπιδες In flames και At the gates να παίζουν σε τοπικά μπαρ, να κυριαρχούν στη σκηνή και να αφήνουν τη στάμπα τους στην πόλη. Αντ’αυτού βλέπω χλιαρούς χλεχλέδες σαν το Jose Gonzalez να κρατάνε το μουσικό λάβαρο της πόλης και τον Γκετεμποργιανό Μιχάλη Χατζηγιάννη ονόματι Håkan Hellström να ξεπουλάει το μεγαλύτερο στάδιο της πόλης για δύο μέρες, 8 μήνες προ της εμφάνισής του.

 

Στα μέσα της συζήτησης τσατίστηκα με το ποδοσούρσιμο που ήταν η περσινή “αναγέννηση” των At the gates – αρκετό για να χαρούμε στο άκουσμα του ονόματος, όχι αρκετό για να μας κάνει να χαρούμε στο άκουσμα του at war with reality ένα χρόνο μετά. Τσατίστηκα -ξανά- με τις ώριμες ροχάλες με εκχύλισμα λεβάντας που μας σερβίρουν οι In Flames – γιατί ξέρω ότι ισχύει για πολλούς, αυτή η απογοήτευση δεν θα ξεπεραστεί εύκολα, κι ας έχουν περάσει χρόνια. Μετά τσατίστηκα με όλον τον κόσμο που ξέρω που άκουγε την ίδια μουσική με μένα, και ξαφνικά μεγάλωσε, ωρίμασε, κάπως την είδε και παραέγινε καλός, έξυπνος, διανοούμενος για να συνεχίσει να την ακούει. Disclaimer: οι περισσότεροι από εμάς, ελπίζω, ακούμε πολλή μουσική και διαφορετική μουσική και είναι σκέτη μαγεία. Αλλά κανένας από όσους ξέρω τουλάχιστον, δεν έχει αποποιηθεί άλλο είδος με τόσο πάθος – κανένας δεν τινάζει από πάνω του το indie, κανένας δεν λέει ότι “στα νιάτα μου άκουγα bluegrass αλλά το ξεπέρασα”, κανένας γενικά δεν αντιμετωπίζει άλλα είδη μουσικής σαν καυτές πατάτες.

 

Στο ίδιο αποτέλεσμα αλλά όχι στην ίδια κατηγορία ανήκει κι ο συνομιλητής μου, ο οποίος παράτησε το μέταλ λόγω απογοήτευσης. Παραφράζοντας και συμπυκνώνοντας, μου είπε πως με κάθε άλμπουμ επόμενο του load ξερνούσε λίγο περισσότερο. Πως σιχάθηκε το γεγονός ότι η μουσική του πλέον σήμαινε “Limp Bizkit”. Πως, όντας ενεργός στην τοπική σκηνή, έβλεπε κόσμο που, πλακωνόταν στις σκηνές να ακούσει μέταλ και τον επόμενο μήνα τους έβλεπε με turning tables ή με ακουστική να ψάχνουν το indie. Είναι προφανές, το μέταλ δεν είναι κουλ, και δεν είναι εδώ και καιρό, όσο και να ευαγγελιζόμαστε τους Mastodon, που τα κατάφεραν και μπήκαν στο Big Short του Ηollywood.

 

Και κράτα το όνομα, κράτα και την τελευταία παρατήρηση. Επιμένοντας εγώ ότι υπάρχει υλικό εκεί έξω, υλικό άξιο, που πήζει στην τέχνη και την έμπνευση, μου λέει ο συνομιλητης μου ότι σε εκείνη τη φάση -βλέπε περί το 2004/5- βρήκε τους Mastodon. Α! Φοβερά! Η μπάντα που όλους μας ενώνει, η ελπίδα του μέλλοντός μας, το όνομα που μας κάνει περήφανους. Ναι, ε…;

 

Ας μιλήσουμε λίγο για τον τελευταίο δίσκο των Mastodon, τον οποίο σημειωτέον είχα νούμερο 1 στη λίστα μου πέρσι. Το Once More Round the Sun είναι το αέτωμα του νέου μας υβριδίου που θα αποκαλυφτεί αργότερα. Είναι ένας δίσκος διασκεδαστικός, απολαυστικός. Είναι ένας δίσκος που φτιάχτηκε, κατά τα λεγόμενα των ίδιων των δημιουργών, για να παίζει στα πάρτι των δεκαπεντάχρονων, και ως τέτοιος σερβιρίστηκε, με όλο το merch, οπτικό υλικό και στρατηγικές τηλεοπτικές εμφανίσεις. Στο σημείο αυτό, αναφέρθηκαν οι Queens of the Stone Age. Άλλος ένας πυρσός της σκληρής μουσικής. “Το Era Vulgaris ήταν περίπλοκο, δύσκολο”. Ήταν; Μπορεί, στα αυτιά ενός μουσικού. Στα αυτιά του απλού ακροατή είναι ένας φοβερά ραδιοφωνικός δίσκος. Foo Fighters; Πώς μπορεί κανείς να μιλήσει άσχημα για το Pixar Rock and Roll που παίζει άνετα στον παιδότοπο και μαζεύει κοινό αντίστοιχο με τους Scorpions. Ιn Flames; Έπρεπε να τους πετάω ερωτήσεις επί 40 λεπτά για να καταλάβω ότι δεν έχουν να πουν απολύτως τίποτα με τη μουσική τους πέρα από America, america; Μπα, απλά να το επιβεβαιώσω. Pearl Jam; Το πουλόβερ του Vedder που μπήκε πάνω από το ριγέ πουκάμισο, και ίσα πια φαίνεται ο γιακάς.

 

Η ουρά μου δεν βγαίνει απ’έξω, απολαμβάνω όλους τους παραπάνω, με ζέση κιόλας. Αυτό που εντόπισα συζητώντας όμως είναι το πρόβλημά: όλους τις πιο πρόσφατες δουλειές των άνωθεν τις ακούω με τον ίδιο τρόπο που ακούω Taylor Swift και βλέπω το Hunger Games. Όχι επειδή έχει κάτι να μου δώσει, να με μεγαλώσει, να με καλλιεργήσει, να μου δώσει αναφορές, να μου ξύσει τον ιππόκαμπο, αλλά επειδή με διασκεδάσει, όπως διασκεδάσει ένα παιδί αυτό το ματσούκι που φυσάς σαπούνι και βγαίνουν φυσαλίδες. Και το καλύτερο της υπόθεσης είναι ότι αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός παραγωγής τους. Καμία κριτική σε ακροατές και δημιουργούς – άλλωστε, ό,τι πετυχαίνει το σκοπό του είναι επιτυχημένο, αλλά δεν είναι αυτή η μουσική που θέλω στην ταυτότητά μου. Θέλω μουσική που διαβάζεται και όλα τα παραπάνω χορεύονται. Εξ ου λοιπόν και το παρακάτω: Glamcore – το Glamcore λοιπόν δεν είναι τα επιμέρους χαρακτηριστικά που φτιάχνουν ένα είδος αλλά τα εξής: προσβασιμότητα, ραδιοφωνική ποιότητα, μάρκετινγκ, και, αφελές και γερασμένο γιόλο.

 

Ή μια δεκαπενταετία, χρονική και μόνο, πάνω από αυτό.

ask

Επιμένω όμως, δεν παραδίνομαι. Πιστεύω στους Aaron Turner αυτού του κόσμου, στους Cult of Luna, στους Allochiria, στους The Ocean, σε όσους το παίρνουν λίγο σοβαρα – όχι ότι υπάρχει κάτι κακό με τη μουσική για πάρτι. Αλλά νιώθω ότι μουσική για πάρτι έχω αρκετή, έχω και όριο. Μουσική για το ταβάνι δεν έχω αρκετή και δεν έχω όριο. Αλλά μάλλον, για ακόμη μια φορά, τα θέλω όλα δικά μου και εξαίρετα.

 

 

Σοφία Πυργιώτη


Σκληράδα επιπέδου βουτυρομάχαιρου. Στην πραγματικότητα, είναι μέτρια σε όλα – Πειστήριο: Το μεγαλύτερό της επίτευγμα είναι ότι δεν ζει στην Ελλάδα. Θάνατος σε όλα τα είδωλα.