To live or not to λάιβ; The Prodigy Experience

The Prodigy NYE 2013 at the O2

Υπάρχουν μερικές περιπτώσεις καλλιτεχνών που μένουν ως ξεχωριστές καταχωρήσεις στα μουσικά History books για έναν ιδιαίτερο λόγο, πέραν της ποιότητας και του impact τους στο ιδίωμα που – θεωρητικά – εκπροσωπούν. Πρόκειται για την σπάνια εκείνη ιδιότητα μερικών ανθρώπων να πειραματίζονται ανάμεσα στα genres και να πετυχαίνουν μία πρωτοφανή για τα δεδομένα της εποχής τους υπέρβαση ανάμεσα στα, συνήθως, περιοριστικά σύνορα και ταμπέλες των διαφόρων ειδών, κάτι που ο γράφων (ναι, διαβάζεις τη γνώμη μου, θα ακούς συχνά να στο υπενθυμίζω, get used to it) λογίζει ως τελείως αντίθετο στη λογική της Τέχνης – ας όψεται η ανάγκη του μέσου ακροατή (μπούφου) που θέλει να του πεις με 2 λέξεις τι πρόκειται να ακούσει. Enter Prodigy, αγαπητές κι αγαπητοί μου warriors.

Ένα ανελέητο BOOM! που έμελλε να σκάσει στους καλομαθημένους πωπούς του μουσικού σύμπαντος, κάπου εκεί στις αρχές των τιμημένων ‘90s, ήρθαν σε μια περίοδο που η ηλεκτρονική εποχή της μουσικής άρχισε να εμποτίζεται και να μοιράζεται/ χώνεται σε πολλά mainstream και μη παρακλάδια (techno, rave, acid house και τιμημένο Manchester, the list goes on). Η διαφορά ήταν ότι, μέχρι τότε, ποτέ ο ηλεκτρονικός ήχος δεν είχε ακουστεί τόσο κακιασμένος, επιθετικός και ελκυστικά χορευτικός  την ίδια στιγμή – και όλο αυτό από έναν, ουσιαστικά, άνθρωπο και ένα keyboard. Μέχρι τον τρίτο δίσκο το μείγμα περιείχε τα πάντα και τίποτα συγκεκριμένο ταυτόχρονα, αφού τα όρια μεταξύ rave, big beat, punk, industrial, digital hardcore κλπ κλπ κλπ εξαλείφθηκαν, προστέθηκε και άφθονο μπαρούτι και το αποτέλεσμα ήταν αδυσώπητα εκρηκτικό.

Ωστόσο, η προαναφερθείσα υπερβατικότητα δεν έχει να κάνει μόνο με τα παραπάνω. Ίσως ακόμα σημαντικότερο ήταν το υπερ-ιδιωματικό appeal και η καθολική αποδοχή. Τα πρώτα hints περί αυτού ήταν, σε προσωπικό επίπεδο, το αίσθημα guilty pleasure όταν ο νεαρός μέτολχεντ Βασίλης άκουγε στα κρυφά στο discman το No Good και το Breathe πολλές περισσότερες φορές από το φρεσκοαγορασμένο, τότε, καινούριο δίσκο των Gamma Ray (ναι, ήμανε powerhead και άκουγα και Manowar, problem?). Η παραπάνω διαπίστωση συνέχισε να διαμορφώνεται με το πέρασμα των χρόνων και των συζητήσεων με ανθρώπους διαφορετικών μουσικών backgrounds. Το πόρισμα ήταν πάντα ένα: ο καθένας ακούει το Χ ή το Υ ή το Ζ ΚΑΙ (σχεδόν) ΟΛΟΙ ακούμε Prodigy.

Η εικόνα αυτή ολοκληρώθηκε το 2010. Με φρέσκο τότε το σήκω-χόρεψε-κουκλί-μου Invaders Must Die είχε, πλέον, φτάσει η ώρα να τους δω και επί σκηνής. Η εμπειρία ήταν, ελλείψει καλύτερης λέξης (είναι αργούτσικα και το μυαλό λασπώνει – λάσπη, mud, το πιάσατε;), ισοπεδωτική. Τόσος κόσμος με διαφορετικά στυλ, εμφάνιση, ηλικίες, γούστα και ουσίες παστωμένος μέσα στο Παλατάκι, μια μεγάλη, ιδρωμένη μάζα να κωλοχτυπιέται στα όρια του εχθρικού και του ερωτικού. Από τότε, η απάντηση στην ερώτηση «καλύτερο live που έχεις δει;» είναι καλυμμένη. Και ναι γαμώ, η μουσική των Prodigy απογειώνεται και απογειώνει live.

…και έφτασε, το λοιπόν, το σωτήριον έτος 2015, μόλις 6 χρόνια μετά το τελευταίο δισκάκι. Και λέω «μόλις» για δύο λόγους: πρώτον διότι, κατόπιν εφαρμογής των γνώσεων που απέκτησα από τις (ατέρμονες) σπουδές μου ως φύζισιστ (thank you Devin for making us cool), μπορώ να γράψω εύκολα paper για την εκθετική σχέση που συνδέει τα μεγέθη «χρόνια ύπαρξης group – χρόνια μεταξύ κυκλοφορίας νέου LP». Δεύτερον, μόλις, γιατί, come on, ούτε οι Tool έβγαλαν ακόμα νέο δισκάκι, ούτε το Half Life 3 φαίνεται στον ορίζοντα. Εξάλλου, είμεθα πλέον μαθημένοι – 7 χρόνια κενό μεταξύ 3ου και 4ου δίσκου και άλλα 5 για τον επόμενο. Στο Always Outnumbered κάτι πήγε στραβά, στο Invaders ξαναβρήκαν τη μαγεία τους. Το σωτήριον έτος 2015 όμως δείχνει κατώτερο των προσδοκιών. Μετά τις πρώτες 5 – 10 ακροάσεις, οι λέξεις που επικρατούσαν στο μυαλό μου ήταν “ψιλοαδιάφορο» και «mieh». Όσο unique επίτευγμα είναι το να καταφέρνεις επί 25 χρόνια να είσαι μη – αντιγράψιμος, αλλό τόσο έντονο είναι το «χτύπημα» όταν το δικό σου, μοναδικό προϊόν είναι…μπαγιάτικο. Και εδώ σταματάω τα περαιτέρω, δεν είναι εξάλλου το review του δίσκου ο σκοπός της φλυαρίας μου (αν και τρώγομαι όσο το γράφω αυτό για λογοπαίγνιο με τον τίτλο του τύπου «καμιά φορά Myself is my enemy φίλε Liam, να το προσέξεις» – ορίστε, δεν κρατήθηκα).

Here’s my train of thought, λοιπόν. Στο επερχόμενο tour, θα έρθουν με το momentum ενός καινούριου δίσκου. Άρα setlist διαμορφωμένο ανάλογα. Άρα θα φύγουν 5 – 6 κομμάτια (ή και περισσότερα) από τα προηγούμενα albums για να χωρέσουν τα καινούρια. Άρα δε θα είναι σαν το καταπληκτικό setlist του 2010. Άρα… υπάρχει λόγος; Όταν το μέχρι τώρα δεδομένο hype και η θριαμβευτική πρότερη εμπειρία κοντράρονται με την ενδεχόμενη χαλάστρα του καινούριου υλικού, τι στο διάολο κάνω; Πάω ή όχι; Αν η παλαιότερη εμπειρία είναι όντως ενδεικτική, τότε υποθέτω πως ναι. Αν μη τι άλλο, έχουν αποδείξει πόσο έυκολα μπορούν να σε πάρουν ΑΠ’ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ όταν παρουσιάζονται στη σκηνή. Κι αν τα καινούρια κομμάτια είναι πιο ενδιαφέροντα live? Well then, we shall see, won’t we?

Α, τι διάολο είναι αυτό στο Medicine ρε Howlett; Ζουρνάδες, bruh;

Βασίλης Μόσχου


Πάλαι ποτέ (και ακόμα, άσχετα αν κοροϊδεύει τον εαυτό του) μέτολχεντ, που και που rock dj, cat person, δεν είναι χοντρός αλλά big boned. Ήρθε για να υπερασπιστεί τον Kanye West.