Το Villains των QOTSA είναι η υπέρτατη love/hate περίπτωση

qotsa

Το Villains των QOTSA έφερε αναστάτωση στα HQ του Mud Times και εμφύλιο ανάμεσα στους μουσικόφιλους συντάκτες. Η Σάντρα Δημητρέλου (lover) και ο Στέλιος Τσουμπανίδης (hater) βγάζουν επιχειρήματα από τις φαρέτρες τους και οπλίζουν. Choose your side.

LOVE

Πέρασαν τέσσερα χρόνια από τότε που οι QOTSA κυκλοφόρησαν το …Like Clockwork και πριν κάποια 24ωρα, ξαναγύρισαν με το Villains. Ο κύριος Mark “Uptown Funk” Ronson ανέλαβε την παραγωγή του άλμπουμ τους, μέχρι τώρα, desert rockers και όλοι άρχισαν την γκρίνια. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ούτε αυτοί ήταν αποκλειστικά desert rock, ούτε ο Ronson τους έκανε πιο pop απ’ ό,τι θα πρεπε. Το rock n roll είναι κάτι που τους χαρακτήριζε πάντα πιο πολύ απ’ όλα και σ’ αυτό το άλμπουμ, είναι ακόμα πιο εμφανές.

Το Villains, σίγουρα δεν κατατάσσεται στα άλμπουμ του βεληνεκούς των Songs For The Deaf και …Like Clockwork, αλλά δεν ξέρω και κατά πόσο μπορεί να γίνει σύγκριση. Στην προκειμένη, o Josh Homme βγάζει τον villain Elvis εαυτό του (που τόσο είχε απωθημένο) και όσο παραδεχόμαστε ότι είναι λίγο αχώνευτος, άλλο τόσο το πετυχαίνει. Ο δίσκος παραείναι χορευτικός -με την καλή έννοια- τόσο, που παραλίγο να χορέψω κι εγώ.

Ο κύριος Homme, επιλέγει να σε βάλει στο κλίμα λέγοντας “I was born in the desert, May 17 in ’73 / When the needle hit the groove, I commence to move” , κάνοντας το Feet Don’t Fail Me , το πρώτο “βιογραφικό” του κομμάτι και ένα, ομολογουμένως, δυνατό opener.

Το The Way You Used To Do, πρέπει να ναι κάπως συνδεδεμένο με κάποιο μηχανισμό που σε κάνει να κουνάς γοφό και να βαράς παλαμάκια. Σίγουρα, το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, με τον πιο swing και ανεβαστικό χαρακτήρα και, σίγουρα, κάτι που θα ακουγόταν στα πάρτι των γονιών μας.

Μέσα σ’ όλα αυτά, σε μια δήλωση του, ο Homme, είχε αναφέρει πως οι QOTSA είναι “μια διαφυγή από τις μαλακίες της ημέρας” ως καρφί στον πρόεδρο-καρτούν της Αμερικής. Στο Villains, θίγει, ξανά, την πολιτική επιστήμη με το Domesticated Animals, κατακρίνοντας τους πολιτικούς ηγέτες και αυτούς που τους δίνουν παραπάνω εξουσία, είτε ενεργά, είτε παθητικά. Προφανώς, το ‘χει συνδυάσει πανέξυπνα με groovy rock στοιχεία, που σε παρακινούν να σηκωθείς χορεύοντας να διαμαρτυρηθείς ενάντια στους παραπάνω.

Από τα πιο “low profile” κομμάτια του δίσκου, αυτό που σου εντυπώνεται, είναι το αρχικό riff, οι γλυκοί στίχοι και η ήρεμη δυναμικότητα του Fortress, το φαλτσέτο και το μινιμαλιστικό rock n roll του Hideaway και το σέξι στοιχείο του Un-Reborn Again.

Η μουσική πανδαισία του άλμπουμ, νομίζω πως, βρίσκεται στο Head Like A Haunted House και το The Evil Has Landed. Αφενός, το πρώτο, είναι χαρακτηριστικότατο δείγμα surf rock, συνδυασμένο με μια μικρή πινελιά Dead Kennedys, αφετέρου, το δεύτερο, έχει τα περισσότερα riffs (Led Zeppelin riffs για την ακρίβεια) από τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου και, χωρίς αμφιβολία, ανήκει σε κομμάτια παλαιάς κοπής των QOTSA.

Το Villains Of Circumstance που κλείνει τον δίσκο, θα ευχόμουν να είναι ο προθάλαμος για τον επόμενο. Η κλασική μπαλάντα που υπάρχει ή συνήθως κλείνει τα άλμπουμ των Qotsa και πολλές φορές φανερώνει μια πιο ευαίσθητη πτυχή του ίδιου του άλμπουμ και του ίδιου του Homme, αυτή τη φορά πέρα από ατμοσφαιρική, λίγο πιο σκοτεινή και εξομολογητική.

Το Villains, είναι ένας δίσκος που κινείται σε εποχές 60s και 70s. Ο Mark Ronson, δεν ήρθε για να διαστρεβλώσει τον χαρακτήρα των QOTSA και να τον μετατρέψει σε κάτι τόσο κατακριτέο, ήρθε απλά για να προσθέσει μια πιο uptempo και χορευτική νότα στο υπάρχον στοιχείο της μουσικής τους, που ούτε εδώ έλειψε.

Αν για κάτι δεν μπορούμε να φέρουμε αντίρρηση, είναι το ότι οι συγκεκριμένοι κύριοι ανήκουν σε μία από τις πιο εξελίξιμες μπάντες της εποχής μας. Με αυτό το άλμπουμ δεν θα πω ακριβώς ότι πειραματίστηκαν ή άλλαξαν ύφος. Δεν θα πω όμως και ότι βαρέθηκαν ή ότι έγιναν radio friendly. Απλά εξέλιξαν άλλο ένα στοιχείο που είχαν φυλαγμένο σαν μουσικοί και το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε στα χέρια μας τον δίσκο που αντιπροσωπεύει καλύτερα απ’ όλους, τον rock n roll χαρακτήρα τους και με μεγαλειώδη παραγωγή.

Σσ: Αν σ’ ενοχλεί τόσο πολύ το άλμπουμ, σκέψου το σαν ένα 52λεπτο Smooth Sailing.

Σάντρα Δημητρέλου

HATE

Ας ξεκινήσουμε από τον βασικό κανόνα: στα αγαπημένα σου συγκροτήματα ΔΕΝ πρέπει να χαρίζεσαι.

Οι QOTSA (ή καλύτερα ο κύριος Homme) λατρεύονται (και όχι άδικα) από ορδές οπαδών σαν οι τελευταίοι πραγματικοί rockers που υπάρχουν σε τούτο τον μάταιο κόσμο. Προσωπικός ήχος: check. Προυπηρεσία σε iconic μπάντα: check. Δισκάρες και πωλήσεις: check. Όλα λαμπρά. Μέχρι και το …Like Clockwork (αν όχι ο καλύτερος, τότε ο πιο σημαντικός δίσκος τους, για τον γράφοντα τουλάχιστον) ήταν το κερασάκι στην τούρτα – πορεία τους μέχρι σήμερα. Όλη η κοινωνία ανυπομονούσε για το Villains και αυτό έσκασε…στα μούτρα μας.

Από την ιντερνετική έκρηξη του πρώτου τους single, θαύμαζα την αυτοσυγκράτηση του κόσμου…NOT! Και άντε να δεχτώ πως το The Way You Used To Do είναι ιδανικό tune για να κουνήσεις ελαφρώς το κωλαράκι σου. Μετά από λίγο διάστημα εμφανίστηκε και το The Evil Ηas Landed, τραγούδι που ακόμα και οι πιο ψύχραιμοι προσπαθούσαν να καταλάβουν πως γίνεται να ξεχειλώσεις μια στεγνή αντιγραφή των White Stripes μέσα σε 6 λεπτά.

Στα reviews που κυκλοφορούν εκεί έξω (και στην πλειοψηφία ψιλοαποθεώνουν τον δίσκο) δίνεται έμφαση στο πόσο χορευτικό είναι το Villains. Η αλήθεια είναι πως καλά κάνουν και τονίζουν αυτό το χαρακτηριστικό, διότι πέρα από τα feelgood/κατώτερα των προσδοκιών όμως τραγούδια, κυριαρχεί μια αμήχανη φλυαρία. Κοίτα το Fortress με τους παιδικούς στίχους και το synth που προσπαθεί να το σώσει από την βαρεμάρα που το δέρνει. Προσπάθησε να ακούσεις τα UnReborn Again και Hideaway (ίσως τα χειρότερα τραγούδια του άλμπουμ) χωρίς να ασχοληθείς με κάτι άλλο στο ενδιάμεσο. Αφού καταφέρεις να φτάσεις στο Villains Of Circumstance, σύγκρινε το με το I Appear Missing και δες πως χάνει από τα αποδυτήρια.

Είμαστε στο 2017 και οι QOTSA δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα. Για να μην παρεξηγηθούμε όμως, εάν οποιαδήποτε άλλη (less known) μπάντα είχε κυκλοφορήσει τέτοιο δίσκο, θα τον είχαμε ψιλοπροσπεράσει λέγοντας πως “έχει 1-2 ωραίες συνθέσεις για να κουνήσεις τους γοφούς σου αλλά από κει και πέρα, οι άλλες είναι ψιλομέτριες μωρέ”. Εδώ είναι το μεγαλύτερο λάθος/συμπέρασμα: ένα γνωστό όνομα δεν πρέπει να κερδίζει πόντους από το brand του. Εάν τουλάχιστον δεν μπορείς να το συγκρίνεις με τα ίδια του (παρελθοντικά) έργα, δες το σαν δημιούργημα μιας γειτονικής μπάντας.

Ακόμα και εκεί, το Villains δείχνει πως δεν έχει την ποιότητα που χρειάζεται. Tώρα μπορείτε να με κάψετε ελεύθερα.

Στέλιος Τσουμπανίδης