Βιβλία στο μαξιλάρι (a.k.a. ο μοναχός που δεν θα δει ποτέ τους Leprous)

leprous

Του άρεσε να κοιμάται με ένα βιβλίο δίπλα στο μαξιλάρι. Δεν του άρεσε πάντα δηλαδή, στην αρχή γινόταν από ανάγκη γιατί διάβαζε μέχρι να μην αντέξουν τα μάτια του και μετά δεν είχε το κουράγιο να σηκωθεί και να βάλει το βιβλίο πίσω στο ράφι του οπότε το άφηνε δίπλα. Υπήρξαν κάποια απρόοπτα («γιατί έχεις τέτοιο σημάδι στο μάγουλό σου, σε τετράγωνο μαξιλάρι κοιμάσαι;») αλλά ξεπεράστηκαν γρήγορα και έδωσαν τη θέση τους στις γλυκιές και τίμιες καμμενιές/παραξενιές/ocd.

Κάποιες φορές έπεφτε για ύπνο ξεθεωμένος από τη δουλειά, άλλες φορές δεν είχε όρεξη να διαβάσει ούτε σελίδα (ναι, it happens) αλλά όπως και να’χει, ένα βιβλίο του ήταν εκεί. Με το εξώφυλλο προς τα πάνω, να φαίνεται. Μια φορά ξύπνησε, κουτούλησε στο σκοτάδι, σύρθηκε μέχρι τη βιβλιοθήκη, πήρε ένα βιβλίο στην τύχη, το άφησε δίπλα στο μαξιλάρι και συνέχισε τον ύπνο του. Ποτέ δεν έκατσε να το αναλύσει πέρα από το «μου αρέσει να κοιμάμαι και να έχω δίπλα μου το εξώφυλλο του “a hat full of sky”» και ποτέ δε χρειάστηκε, για να πούμε την αλήθεια, αφού κανείς άλλος δεν ήξερε για αυτή τη συνήθειά του.

Τις τελευταίες μέρες το προχώρησε στο επόμενο level και πλέον αλλάζει το βιβλίο που διαβάζει με κάποιο άλλο αγαπημένο του που προφανώς έχει ήδη διαβάσει πολλές φορές. Η λογική του είναι ότι αν τυχόν πεθάνει στον ύπνο του πρέπει να έχει δίπλα του κάτι καλύτερο από ένα απλώς καλό βιβλίο, από αυτά που «διαβάζονται ευχάριστα». Το βιβλίο που θα έχει δίπλα του θα πρέπει να αγγίζει δυσθεώρητα επίπεδα τελειότητας , έτσι ώστε αυτός που θα τον βρει να πει «α τον καημένο, διάβαζε το American Gods, ωραίος τύπος πρέπει να ήταν, δεν τον ήξερα αλλά σίγουρα θα έπινα μια μπύρα μαζί του». Ή κάτι τέτοιο, καταλάβατε.

Αλλάζουμε κεφάλαιο και πάμε στη δουλειά του, εκεί όπου ήρθε νέα συνάδελφος. Νέα και όμορφη(bold) συνάδελφος. Τόσο όμορφη που δίσταζε να της πει ακόμα και «καλημέρα», πόσω μάλλον «θες να έρθεις μαζί μου στους Leprous;». Δεν έψαχνε παρέα για να πάει στους Leprous, απλά αν αυτή επέμενε να έρθει μαζί του δεν θα την εξέταζε και στο tracklist του Bilateral, θα ήταν πιο επιεικής. Τόσο όμορφη λοιπόν.

Το ένα πρόβλημα ήταν ότι μάλλον δεν θα του ζητούσε ποτέ να έρθει μαζί του στους Leprous, δεν έφταιγε το συγκρότημα (γαμάνε οι Leprous) αλλά επειδή ανέφερε σε κάποια άσχετη φάση ότι γενικά προτιμούσε κάποιον πιο εναλλακτικό τρόπο διασκέδασης. Μπουζούκια, κλαρίνα, ιπτάμενα λουλούδια και τα γνωστά.

Αυτό δεν πτόησε τον ήρωά μας. Πρώτον, επειδή η συνάδελφος ήταν πραγματικά όμορφη. Δεύτερον, πέρυσι βγήκε για ποτό με μια κοπέλα η οποία φορούσε μπλούζα Deathspell Omega και σκέφτηκε ότι ίσως βρήκε το άλλο του μισό, μέχρι η ίδια να ρίξει μια ματιά στο mp3 player του που είχε σταματήσει στο Oceanic των Isis και «τι αδερφίστικα είναι αυτά βρε φλώρε;;». Από τότε αποφάσισε ότι τα κοινά μουσικά γούστα είναι σίγουρα επιθυμητά, αλλά δε θα κάτσουμε να σκάσουμε κιόλας. Πάμε μόνοι μας και στους Leprous, δεν σας έχουμε ανάγκη κυρία μου.

Έτσι, αφού αποκλείστηκε η μουσική από οποιοδήποτε πλαίσιο συζήτησης, είπε μήπως είχε τύχη με κάποιο βιβλίο. Στην τσάντα του είχε πάντα 1-2 βιβλία για να περνάει τα κενά του, οπότε έβγαλε το The Girl Who Played With Fire που διάβαζε τελευταία και έκατσε δίπλα της, τυχαία γιατί δεν είχε άλλη ελεύθερη θέση. Αλήθεια. Εκείνες οι 4 είναι πιασμένες. Και η άλλη απέναντι έχει ένα χαλασμένο ροδάκι.
-Καλά, στα αγγλικά διαβάζεις;
-Ναι, είναι πιο φτηνά, χαχα (άθλιο αστείο αλλά ήταν το πρώτο που σκέφτηκε, τι να κάνουμε τώρα)
-Ποιο είναι; Α, έχω δει την ταινία, ήταν πολύ ωραία!
-Ε τότε να διαβάσεις και το βιβλίο, και αυτό πολύ ωραίο είναι.
-Δεν διαβάζω λογοτεχνία.

Σε αυτό το σημείο κανονικά δε θα υπήρχαν άλλες παύλες διαλόγου, αλλά είπαμε, ΠΑΡΑ πολύ όμορφη. Και κάπου κατά βάθος υπήρχαν ακόμα κάποιες μικρές ελπίδες για τους Leprous.

-Τι εννοείς, καθόλου δηλαδή; (ηλίθιο, αλλά αυτή άρχισε πρώτη)
-Όχι, διαβάζω, απλά διαφορετικά πράγματα, ας πούμε χθες τελείωσα τον Μοναχό Που Πούλησε Τη Φεράρι του (τι τελείωσε λέει;)

Ο υπόλοιπος διάλογος δεν έχει σημασία γιατί υπήρξαν παρεμβάσεις από τους υπόλοιπους συναδέλφους και γρήγορα γύρισε στο αγαπημένο θέμα κάθε δημόσιου υπαλλήλου, τον καιρό και το μεσημεριανό (πάλι βρέχει, μια κρύο μια ζέστη δεν ξέρεις τι να φορέσεις πια, χθες κρέας σήμερα μακαρόνια αύριο τι;). Ας πούμε ότι δεν αναφέρθηκαν ποτέ οι Leprous και ας το λήξουμε εκεί.

Στον δρόμο για το σπίτι σκέφτηκε να περάσει από το πολυκατάστημα δίπλα στο σπίτι του, να δει τι φάση τέλος πάντων, τι τον έπιασε τον μοναχό και έκανε τέτοια τρέλα. Κυλιόμενες, υπόγειο, υπάλληλος, χαμογελαστή και ευγενέστατη, ψάχνω αυτό το βιβλίο, α δεν είναι εδώ, θα πάτε απέναντι στο τμήμα αυτοβελτίωσης, χαχα, που θα πάω είπατε, όχι αλήθεια στο τμήμα αυτοβελτίωσης είναι το βιβλίο που ψάχνετε, α μάλιστα. Αυτοβελτίωση, αυτοβοήθεια, πλησιάζει η αυτανάφλεξη, αυτογκόλ, 0-1 στο 90’, τέλος. Τι αυτοβελτιώσεις και μοναχοί που πουλάνε τις αμαξάρες τους, κάτσε να το συζητήσουμε, γιατί ο μοναχός ξεκίνησε με φεράρι, ΠΟΙΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΑΛ!@&^%$.

Από καθαρή περιέργεια, και αφού είχε αποκλείσει πλέον εντελώς το ενδεχόμενο να πάει με παρέα στους Leprous, αγόρασε το βιβλίο. Σοβαρά τώρα, είναι πολύ καλοί οι Leprous. Αν ακούς τέτοια μουσική τέλος πάντων. Progressive κάτι, 4 δίσκοι ο ένας πιο διαφορετικός από τον άλλον, δεν ψήνεσαι ε, το ήξερα, ε τώρα που βρεθήκαμε όμως πάμε για έναν καφέ.

Δεν νύσταζε, άρα έπρεπε να ρίξει μια ματιά στο βιβλίο, ήταν θέμα τιμής πλέον. Τα χάμπουργκερ και οι τηγανητές πατάτες των τελευταίων χρόνων όμως είχαν διαφορετική άποψη, και έτσι ποτέ δεν έμαθε γιατί ο μοναχός πούλησε τη φεράρι του, σε ποιον την πούλησε, πόσο την είχε αγοράσει, τι έκανε αφού την πούλησε και γιατί πρέπει να νοιαστεί ο οποιοσδήποτε.

Τον βρήκαν 3 μέρες αργότερα γιατί μεσολάβησε Σαββατοκύριακο και δεν τον χρειάστηκαν από τη δουλειά. Αυτός που τον βρήκε είδε το βιβλίο δίπλα στο μαξιλάρι, κούνησε το κεφάλι και είπε “καλά, ποιος διαβάζει τέτοιες μαλακίες;”