We had joy, we had bliss, we had Seasons In The Abyss

slayer

 

Αποφεύγω να γράφω για metal στο “I Was A Teenage Music Geek”. Εδώ πλασάρω ένα πιο σοφιστικέ και αυτοσαρκαστικό προφίλ για να εντυπωσιάσω ανθρώπους που δεν με ξέρουν, κι εξάλλου όταν με πιάνει να γράψω περί metal έχω πού να το κάνω. Θα κάνω όμως μια εξαίρεση γιατί οι Slayer είναι θεοί, το “Seasons In The Abyss” είναι ο καλύτερος δίσκος όλων των εποχών, και στο κάτω-κάτω δικό μου είναι το blog, ό,τι γουστάρω κάνω και σε όποιον αρέσει.

 

Λοιπόν που λέτε, ως μεταλλάς έφηβος στα 80’s ήμουν σχετικά ενημερωμένος αλλά μάλλον συντηρητικός.  Άκουγα AC/DC, Purple-Rainbow-Whitesnake, Dio, Maiden, Scorpions, Manowar, Accept, WASP, Queensryche, αλλά και αμερικανιές που σήμερα δεν θεωρούνται metal αλλά το 1982 έμπαιναν σε αυτή την κατηγορία: Billy Squier, Pat Benatar, Joan Jett… Δεν γούσταρα όμως thrash: To “Kill ‘Em All” το είχα ακούσει στο σπίτι του κιθαρίστα της πρώτης μου “μπάντας” (αυτός στην απομίμηση Flying V, εγώ σε ένα αρμονιάκι Casio, ο Μήτσος στα τάπερ και τα κατσαρολικά) και δεν είχα εντυπωσιαστεί, οι Anthrax μου άρεσαν αλλά φοράγανε βερμούδες οπότε δεν πιάνονταν για metal, και Slayer απέφευγα να ακούσω γιατί ήμουν σίγουρος ότι δεν θα μου αρέσουν. Ούτε καν σε μαγαζί δεν είχα ακούσει Slayer: Στην Όμπρε πηγαίναμε τις Παρασκευές που έπαιζε ποζεράδικα μπας και γνωρίσουμε καμιά γκόμενα και η Crazy στο Χαλάνδρι ήταν ούτως ή άλλως πιο παλαιοροκάδικη, Γκάλαχερ κι έτσι.

 

Και μετά ως φοιτητής, καινούργιες παρέες, διευρυμένοι ορίζοντες, νέα στέκια: Όχι πια μόνο Όμπρε, τέλη 80’s αρχίσαμε να πηγαίνουμε και στο Maze, ένα μπαρ στην Πανόρμου όπου έβαζε μουσική ο Γρηγόρης ο Βαϊος (“We Care A Lot”! Chili Peppers! The Creeps! “Σαβαρακατρανέμια”!) και για πιο μοδάτες καταστάσεις στο Booze που μόλις είχε ανοίξει στην Κολοκοτρώνη. Ε λοιπόν, μια Κυριακή βράδυ στο Booze, το πιο χιπστεράδικο μαγαζί της πόλης, άκουσα για πρώτη φορά στη ζωή μου Slayer. Αυτό εδώ, και χέστηκα πάνω μου:

 

 

Αν θυμάμαι καλά μουσική εκείνο το βράδυ έβαζε ο Παντελής που δούλευε σε δισκογραφική, είχε το promo του “Seasons In The Abyss” πριν κυκλοφορήσει και είπε να δοκιμάσει αντιδράσεις (θυμίστε μου μια άλλη φορά να σας πω για το μεταφυσικό φαινόμενο να πέφτω πάνω στον Παντελή στα πιο κουφά μέρη κάθε φορά που ταξίδευα στο Λονδίνο. ΚΑΘΕ φορά όμως). Έχωσε λοιπόν o Παντελής το “Blood Red” σε ανύποπτη στιγμή κάπου ανάμεσα σε Inspiral Carpets και Happy Mondays, και τα είδα όλα. Ντρίμπλαρα καμιά εκατοστή χίπστερ που λικνίζονταν αδιάφορα κρατώντας ποτήρια με βότκα λεμόνι (τα μοχίτο δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα) για να φτάσω στο DJ και να ρωτήσω τι στο διάολο ήταν αυτό που έβαλε, αυτομουτζώθηκα για τα χρόνια που απέφευγα τους Slayer και την επόμενη μέρα το πρωί πήγα και αγόρασα δισκογραφία.

 

Μερικά χρόνια αργότερα είχα την ευκαιρία να δω τους Slayer live στο Webster Hall της Νέας Υόρκης. Είχαν για support τους Biohazard και τους Machine Head. Τα support πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Την ώρα που έπαιζαν οι Slayer ΟΛΟΚΛΗΡΟ το club είχε μετατραπεί σε mosh pit. Κάποιος έκανε βουτιά από τον εξώστη. Στο κοινό ήταν 1.980 άνδρες και 20 γυναίκες, όλες τους πιο άσχημες από τους άνδρες. Ήταν η καλύτερη συναυλία της ζωής μου. Και το “Seasons In the Abyss”, 22 χρόνια αργότερα, παραμένει το πιο πορωτικό, καταιγιστικό, απειλητικό album που μπορεί να παιχτεί σε χιπστεράδικο μαγαζί.

 

Το παρόν άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από αυτό το blog.

Teenage Music Geek


Η καρδιά του είναι στην Αθήνα και το σώμα του στο Ντουμπάι, εκτός από το συκώτι του που δεν θυμάται πού στο διάολο το έχει αφήσει. Κυνηγάει ψυχαναγκαστικά τις νέες κυκλοφορίες και στον ελεύθερό του χρόνο ακούει μουσική, γράφει για μουσική, γράφει για το γράψιμο για τη μουσική. Και διαβάζει για τη μουσική.