Don’t Breathe: Why you don’t fuck with Stephen Lang σε ένα απο τα καλύτερα θρίλερ της δεκαετίας

DontBreatheTrio.0

Πριν από μια τριετία, ο πιτσιρικάς -τότε- Fede Alvarez, ολοκλήρωνε και παρέδιδε στο κοινό το πολυαναμενόμενο remake του κλασσικού Evil Dead. Μπορεί να μην ανακάλυπτε τον τροχό, μπορεί να μην πρωτοτυπούσε ιδιαίτερα σε κανένα σχεδόν τομέα, αλλά έδινε στο λαό αυτό που ζητά: Καλό, ζουμερό, λαχταριστό gore, πασπαλισμένο με ταιριαστά θεοσκότεινη ατμόσφαιρα και στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία.

Φέτος επιστρέφει στο είδος του  τρόμου ( που εμφανώς του ταιριάζει γάντι) με το Don’t Breathe, θεματικά αταίριαστο με την προηγούμενη ταινία του, που αναδεικνύει ωστόσο σκηνοθετικές αρετές που είχαν γίνει εμφανείς από την πρώτη μεγάλου μήκους απόπειρα του.

Στο επίμετρο της ιστορίας βρίσκεται η Ρόκι ( η Jane Levy που την υποδύεται προαλείφεται για νέα scream queen, αλλά με ένα πιο τσαμπουκαλεμένο twist στην όλη υπόθεση) που μαζί με τον κολλητό της και τον γκόμενο της ξαφρίζουν σπίτια στην ευρύτερη περιοχή του Ντιτρόιτ, μαζεύοντας λεφτά για να μετακομίσουν στην πολύ πιο φιλική Καλιφόρνια. Η τύχη φαίνεται να τους χαμογελά, όταν μαθαίνουν ότι σε ένα σπίτι στη μέση του πουθενά, ζει ένας τυφλός πρώην πεζοναύτης ερημίτης, που ενδεχομένως έχει κρυμμένο ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στο σπίτι του. Αποφασίζουν να το διαρρήξουν, ωστόσο σύντομα διαπιστώνουν ότι τα έβαλαν με τον λάθος άνθρωπο, αφού το τυφλό, υποτιθέμενα αβοήθητο θύμα τους αποδεικνύεται πολύ σκληρό καρύδι, ενώ φαίνεται εκτός απο λεφτά να κρύβει και κάποια σκοτεινά μυστικά…

Stephen-Lang-in-Dont-Breathe1

Θα το πω για να το βγάλω από μέσα μου: Το Don’t Breathe είναι ενδεχομένως ένα από τα καλύτερα θρίλερ της δεκαετίας. Δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο σεναριακά. Ακολουθεί με μια θρησκευτική προσήλωση τη φόρμα ενός τυπικού home invasion Movie, αλλά αυτά που κάνει τα κάνει ΠΟΛΥ καλά. Ο Alvarez δημιουργεί από την πρώτη στιγμή μια εξαιρετικά κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, με την κάμερα να κινείται διστακτικά μέσα στους χώρους ενός αποπνικτικού σπιτιού. Ορίζει άψογα το χώρο του, και παίζει δημιουργικά με το premise ενός τυφλού διώκτη που χρησιμοποιεί στο έπακρο όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις του για να κυνηγήσει το θήραμα του. Όπου διώκτης, φανταστείτε τον  Stepehn Lang, στην καλύτερη και πλέον ταιριαστή ερμηνεία της καριέρας του. Καταφέρνει, με τη βοήθεια ενός εξαιρετικού sound editing και του σφιχτοδεμένου, άψογα λειτουργικού μοντάζ, να δημιουργήσει έναν κινηματογραφικό μπαμπούλα, που αν τον πρωτογνωρίζαμε τη δεκαετία του 80 ίσως και να γινόταν κλασσικός. Κάθε λέξη, κάθε κίνηση του, σου προκαλεί ανατριχίλα. Έχει φτιάξει για τον εαυτό του ένα απόρθητο σχεδόν φρούριο που κρύβει θανάσιμες παγίδες και επικίνδυνα μυστικά, το οποίο υψώνεται γύρω από τους ήρωες και τους παγιδεύει μέσα του. 

Ο Alvarez καταφέρνει να κάνει κάθε σημείο, κάθε λεπτομέρεια, κάθε αντικείμενο του σπιτιού ζωτικό κομμάτι της αφήγησης, αφού μπορεί να προσφέρει την πολυπόθητη διέξοδο και σωτηρία. Παίζει ενίοτε με τις συμβάσεις του είδους, και δεν τις αποδομεί ακριβώς, αλλά τις χρησιμοποιεί πανέξυπνα όσο και αποτελεσματικά προς όφελος του. Ακόμα και τα ελάχιστα Jumpscares, τα χρησιμοποιεί με αξιοσημείωτη φειδώ αλλά και αποτελεσματικότητα, ενώ κλιμακώνει ιδανικά μια ένταση που σιγά-σιγά σε λυγίζει.

Ενώ όσο τρομακτικό, κλειστοφοβικό και φρικαλέο είναι το σπίτι που διαδραματίζεται το μεγαλύτερο κομμάτι της ταινίας, άλλα τόσο φρίκη προκαλεί το Ντιτρόιτ ειδωμένο μέσα από τα μάτια του Alvarez. Τόπος σχεδόν μετα-αποκαλυπτικός, μια ακόμα ανοιχτή πληγή στο σώμα της Αμερικής, μια απόδειξη ότι το καπιταλιστικό Αμερικάνικο όνειρο δεν είναι παρά ένα επικίνδυνο παραμύθι έτοιμο να καταρρεύσει ανα πάσα στιγμή. Φωτογραφημένο με έναν υπέροχο κόκκο, το Ντιτρόιτ δεν έμοιαζε ποτέ τόσο στοιχειωμένα όμορφο.

Ξεκινώντας με μια σκηνή που έρχεται να προοικονομήσει όσα θα συμβούν, ο Alvarez θέτει από το πρώτο κιόλας πλάνο το κλίμα και τον τόνο της αποπνικτικής και αληθινά τρομακτικής επόμενης μιάμισης ώρας. Γιατί μπορεί στο δεύτερο μισό το “Don’t breathe” να διολισθαίνει ενίοτε σε αρρωστημένες ανατροπές που δεν μοιάζουν ακριβώς απαραίτητες, ωστόσο είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό το πώς καταφέρνει να παραμένει με τόση συνέπεια έντονο, κλειστοφοβικό και πραγματικά τρομακτικό καθ’όλη τη διάρκεια του.

Κώστας Καντόγλου


Μεγάλος φαν του Σλαβόι Ζίζεκ, των κακών ταινιών και της καλής μακαρονάδας.